Χούντα και Μειονότητα

Χούντα και Μειονότητα

  • Χούντα και Μειονότητα

Το στρατιωτικό πραξικόπημα των Συνταγματαρχών του Απριλίου του 1967 αποτέλεσε το επιστέγασμα της κρίσης στην οποία οδηγήθηκε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 60 και ιδίως μετά τα Ιουλιανά του 1965 ο ελληνικός πολιτικός σχηματισμός. Στο ιδεολογικό πεδίο η Χούντα αποτέλεσε ακραία εκδοχή της ιδεολογικής υπερδομής του μετεμφυλιακού κράτους, που βασιζόταν στον εμπαθή αντικομουνισμό και την εξύμνηση ενός μεταφυσικού ελληνικού πνεύματος [1] με στόχο την «εθνική αναγέννηση», όπως προεικονίζεται στα σύμβολά της.
 
Κατά τη διάρκεια της επταετίας τα μέλη της μειονότητας υπέστησαν διπλή καταπίεση καθώς ως Έλληνες πολίτες θίγονταν από την περιστολή των δημοκρατικών τους δικαιωμάτων ενώ ως μέλη της μειονότητας υπέστησαν επιπλέον περιορισμούς των κοινωνικών και οικονομικών τους δικαιωμάτων. Η συστηματική επιβολή των περιορισμών σε βάρος της μειονότητας γινόταν μέσω αυθαίρετων διοικητικών μέτρων (που ονομάστηκαν «κατασταλτικά μέτρα» ή «διοικητικές οχλήσεις»). Η παρεμπόδιση αγοράς ακινήτων γινόταν με την ενεργοποίηση ενός μεταξικού νόμου που είχε περιπέσει σε αδράνεια [2] και συγκεκριμένα του νόμου 1366/1938 ο οποίος απαγόρευε την αγορά ακινήτου στις παραμεθόριες περιοχές χωρίς άδεια. Οι μειονοτικοί συμπολίτες μας όμως αντιμετώπιζαν και πληθώρα περιορισμών κατά την έκδοση κάθε είδους αδειών, όπως η ουσιαστική άρνηση παροχής πολεοδομικών αδειών για επισκευές και ανεγέρσεις οικιών, οι δυσκολίες στην απόκτηση αδειών οδηγήσεως ή αδειών κατοχής τρακτέρ ή επαγγελματικών αδειών (π.χ. αγοραία οχήματα-ταξί, φορτηγά, άδειες πλανόδιων πωλητών) και ο αποκλεισμός από αγροτικά και άλλα δάνεια [3] ενώ εντολές είχαν δοθεί προς τα αστυνομικά όργανα για «στενή παρακολούθησιν και οχλήσεις».
 
Κατά τη διάρκεια της επταετίας προωθήθηκε επιπλέον και ένα πρόγραμμα επιδότησης αγοράς  γαιών τις οποίες κατείχαν μουσουλμάνοι, αρχικώς σε Έλληνες εγνωσμένων πολιτικών πεποιθήσεων, δηλ. αξιωματικούς του στρατού ενώ εν συνεχεία δικαιούχοι θεωρήθηκαν όλοι οι χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής. O χουντικός υφυπουργός-περιφερειάρχης Κων/νος Μπράβος είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Σκοπός του προγράμματός μας είναι να αγοράσουμε την γην από τους Μουσουλμάνους» (εξηγεί στη σύσκεψη της 27.4.72) «Πρέπει να συνεχισθή η εφαρμογή του χωρίς καμίαν καθυστέρησιν ή διακοπήν, διότι κατά τον τρόπον αυτόν θα αστυκοποιηθή κατά μεγάλον ποσοστόν η Μειονότης και έτσι η αντιμετώπισίς της θα είναι ευκολωτέρα». (και δυο μήνες αργότερα (30.6.72): «Πάνω απ’ όλα, σκοπός μας είναι να τους αραιώσωμεν διά της πτητικότητος εις το εσωτερικόν και εξωτερικόν» [4]. Το εν λόγω πρόγραμμα δεν απέδωσε ιδιαίτερα καθώς αφενός οι ιδιοκτήτες των γαιών δεν είχαν την πρόθεση να πουλήσουν, αφετέρου παρατηρήθηκε αύξηση των τιμών των ακινήτων λόγω αύξησης του αγοραστικού ενδιαφέροντος.
 
Επίσης η Χούντα καθαίρεσε τα εκλεγμένα μέλη της διοίκησης των βακουφίων και διόρισε πρόσωπα της εμπιστοσύνης του καθεστώτος. Όλες σχεδόν οι παραπάνω διοικητικές οχλήσεις δεν προβλεπόταν ρητώς σε νομοθετική διάταξη αποτέλεσαν μία άτυπη διοικητική πρακτική την οποία συντόνιζε ένα επίσης άτυπο όργανο το Συντονιστικό Συμβούλιο Θράκης που λειτούργησε μέχρι το 1969, έκτοτε οι αρμοδιότητες του πέρασαν στον Υπουργό Βορείου Ελλάδος [5].
 
Ως προς τα εκπαιδευτικά ζητήματα της μεινότητας όταν η τουρκική κυβέρνηση αποφάσισε να κλείσει την Θεολογική Σχολή της Χάλκης η Αθήνα αναθεώρησε τον εκπαιδευτικό νόμο του 1954 και τα μειονοτικά σχολεία τέθηκαν υπό εκτεταμένο κρατικό έλεγχο. Η ίδρυση της Ε.Π.Α.Θ. [6] το 1969 με το ΒΔ 31/1968 στην οποία θα εκπαιδεύονταν μέλη της μειονότητας προκειμένου να διδάξουν στα μειονοτικά σχολεία αποτέλεσε σημαντικό νομοθέτημα της Χούντας [7] ενώ με το νομοθετικό διάταγμα 1109/1972 (ΦΕΚ τ. Α΄17) τα «τουρκικά» σχολεία όπως ονομάζονταν μέχρι το 1972 μετονομάστηκαν σε «μειονοτικά» ενώ εκτεταμένη υπήρξε και η αναθεώρηση της σχολικής εκπαίδευσης καθώς αποδόθηκε στους νομάρχες το δικαίωμα να συναποφασίζουν για το αναλυτικό πρόγραμμα μαθημάτων και τον διορισμό του σχολικού διευθυντή.
 
Η σημαντικότερη πλευρά θεσμικού διαχωρισμού που έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι κάτοικοι της μειονότητας που ζούσαν στα λεγόμενα «πομακοχώρια» ήταν η διατήρηση της “επιτηρούμενης ζώνης” που είχε επιβληθεί με τον Α.Ν. υπ' αριθ. 376 της 14/18 Δεκ. 1936 [8], η οποία παρότι καταργείται ουσιαστικά στην υπόλοιπη Ελλάδα μεταξύ 1974 – 1979 στη Ροδόπη παρέμεινε μέχρι το 1995. Σύμφωνα με τον παραπάνω μεταξικό Νόμο η κυκλοφορία ακόμη και των μονίμων κατοίκων γινόταν «υπό όρους και διατυπώσεις». Σκοπός του μέτρου ήταν η αποφυγή της εισόδου της «τουρκικής προπαγάνδας» και η ελαχιστοποίηση των επαφών μεταξύ μουσουλμάνων «πομάκων» και «τουρκογενών» του κάμπου σύμφωνα με την ορολογία αυτών που επέβαλλαν το μέτρο. Μάλιστα κατά την περίοδο της Χούντας η «Επιτηρούμενη Ζώνη επεκτείνεται για να καταλάβει και τον Εχίνο [9]. Όπως αναφέρει ο Τζεμαλή Μηλιαζήμ οι κάτοικοι που ζούσανε εντός της μπάρας κυκλοφορούσαν με ειδικές ταυτότητες χρώματος λευκού ενώ για την είσοδο στον οικισμό σε μη κάτοικο έπρεπε να χορηγηθεί ειδική άδεια [10].
 
Αναμφίβολα, όμως, το επαχθέστερο μέτρο που χρησιμοποιήθηκε από την Χούντα σε βάρος της μειονότητας ήταν οι αφαιρέσεις ιθαγένειας με την αξιοποίηση του άρθρου 19 του ΝΔ/τος 3370/1955 [11]. Εισαγωγικά, για την επεξήγηση του πλαισίου εντός του οποίου διαμορφώνεται το σχετικό πλέγμα διατάξεων πρέπει να λεχθεί ότι στο δίκαιο ιθαγένειας από της ιδρύσεως του Ελληνικού κράτους μέχρι το 1927 δεν προβλέπεται αφαίρεση της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη παρά μόνο εφόσον ο ίδιος εξέφραζε σχετική βούληση ή αποκτούσε αλλοδαπή ιθαγένεια χωρίς την άδεια της ελληνικής διοίκησης. Η ως άνω χρονολογία αποτελεί τομή μεταξύ του «αιώνα της συμπερίληψης» (όπως προσφυώς αναφέρεται από τον Χριστόπουλο) που ακολουθεί την εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους και της εποχής της «αναδίπλωσης» μετά το 1927. Κατά τον «αιώνα της συμπερίληψης» «έλληνας γίνεσαι», διά της προσαρτήσεως του εδάφους, διά της ανταλλαγής των πληθυσμών, δια της συμμετοχής στον εθνικό αγώνα είτε διά της εγκαταστάσεως στην επικράτεια, με άλλα λόγια είτε πάει κανείς στο ελληνικό έδαφος είτε το ελληνικό έδαφος πάει σε εκείνον [12]. Αντίθετα μετά το 1927 κατά την εποχή της αναδίπλωσης το «γένος» χρησιμοποιείται όχι για να συμπεριλάβει (άλλωστε βρισκόμαστε λίγα μόλις χρόνια μετά την κατάρρευση της Μεγάλης ιδέας) αλλά για να αποκλείσει.
 
Συγκεκριμένα η κρίσιμη διάταξη του άρθρου 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας όριζε ότι: «Αλλογενής  εγκαταλιπών   το   Ελληνικόν   έδαφος   άνευ  προθέσεως παλιννοστήσεως δύναται να κηρυχθή απολέσας την  Ελληνικήν  ιθαγένειαν……». Η έννοια όμως του «αλλογενούς» που αναφερόταν σε Έλληνες πολίτες δεν είχε οριστεί, κατά την προσφιλή πρακτική της Διοίκησης. Αναφέρεται, από τους περισσότερους συγγραφείς που ασχολήθηκαν με το ζήτημα ότι χρησιμοποιήθηκαν δύο κριτήρια για τον προσδιορισμό του «αλλογενούς» Έλληνα πολίτη αφενός το θρήσκευμα ως επιβίωση της προγενέστερης κατηγοριοποίησης των μιλλέτ μαζί με το κριτήριο της εθνικής συνείδησης. Στην περίπτωση των σλαβόφωνων Ελλήνων υπηκόων χρησιμοποιείται το κριτήριο της εθνικής συνείδησης ενώ καμία αιτιολογία του όρου δεν φαίνεται ότι απαιτείται όταν πρόκειται για έλληνες υπηκόους εβραίους ή μουσουλμάνους στο θρήσκευμα [13].
 
Αρχικά, οι μουσουλμάνοι δεν αποτελούσαν στόχο του άρθρου 19, για λόγους που ανάγονται στην ψυχροπολεμική συμμαχία και κοινή εχθρότητα Ελλάδας και Τουρκίας απέναντι στη Βουλγαρία. Τα γεγονότα της Κύπρου του 1963-64 και οι απελάσεις σε βάρος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης (1955-64) ανέτρεψαν ολοκληρωτικά αυτή τη διοικητική πρακτική. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, τα μέλη της μειονότητας θα καταστούν έτσι ο κύριος στόχος της εφαρμογής του άρθρου 19 – πολιτική που θα γενικευτεί μετά το πραξικόπημα του 1967 [14].
 
Πέραν όμως της έννοιας του «αλλογενούς» που όπως είδαμε δεν προσδιοριζόταν με κάποιο αντικειμενικό κριτήριο ακόμη πιο υποκειμενικά ήταν τα κριτήρια διαπίστωσης της άλλης προϋπόθεσης που έπρεπε να συντρέχει για την εφαρμογή του άρθρου, ήτοι η «εγκατάλειψη του ελληνικού εδάφους χωρίς πρόθεση παλινοστήσεως». Η διοικητική πρακτική υπήρξε συχνά παντελώς αυθαίρετη, όπως προκύπτει από πληθώρα περιπτώσεων πολλές από τις οποίες μάλιστα λαμβάνουν χώρα μετά την πτώση της Χούντας. Στην περίπτωση του άρθρου 19 τηρούνταν μυστικότητα από τη Διοίκηση ενώ σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας οι Αρχές δεν είχαν την υποχρέωση να ακούσουν τον θιγόμενο αν αυτός εμφανιζόταν ως αγνώστου διαμονής. Η αυθαιρεσία των διοικητικών πρακτικών φαίνεται και από το γεγονός ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε πολλές αποφάσεις που στηρίζονταν στο άρθρο 19 λόγω πλημμελούς αιτιολογίας [15]. Χαρακτηριστικά αναφέρεται περίπτωση μουσουλμάνας [16] η οποία απώλεσε την ιθαγένειά της το 1970 ούσα έξι ετών αμέσως μετά την αναχώρησή της οικογένειάς της για την Τουρκία. Η οικογένεια επέστρεψε στην Ελλάδα 10 μήνες αργότερα, για ν’ ανακαλύψει ότι όλα τα μέλη της ήταν πλέον ανιθαγενείς. Η συντοπίτισσά μας εξακολούθησε να ζει στο χωριό της· παντρεύτηκε ένα συγχωριανό της και το 1986 ζήτησε να της επιστραφεί η ιθαγένειά της. Στις 25.11.1987, το Συμβούλιο Ιθαγένειας απέρριψε το αίτημά της, επικαλούμενο αστυνομικές αναφορές σχετικά με την ίδια και την οικογένειά της. Εν έτει 1970, ο πατέρας της κατηγορούνταν από τη Διεύθυνση Κρατικής Ασφαλείας ότι «εστερείτο ελληνικής συνειδήσεως και κατά θετικές πληροφορίες προβαίνει σε ανθελληνικές ενέργειες και ειδικότερα προέβη σε δηλώσεις ενώπιον των Τουρκικών Αρχών και Τούρκων πολιτών ότι οι διαβιούντες Μουσουλμάνοι στη Δυτική Θράκη καταδυναστεύονται από τις ελληνικές Αρχές που επιδιώκουν την εξαφάνιση του μουσουλμανικού στοιχείου» [17].
 
Επιπλέον στη σχετική βιβλιογραφία, ιδίως στη μελέτη του Τ. Κωστόπουλου («Αφαιρέσεις ιθαγένειας η σκοτεινή πλευρά της νεοελληνικής ιστορίας» [18]) αναφέρεται μία σειρά περιπτώσεων όπου η αυθαιρεσία συναντά τον παραλογισμό, όπως αφαίρεση ιθαγένειας από φαντάρο ενώ υπηρετούσε τη θητεία του [19], από ανθρώπους που είχαν ταξιδέψει στην Αθήνα, από άλλους που δεν εγκατέλειψαν ποτέ την Ελλάδα, από ανθρώπους που είχαν ταξιδέψει για τρεις ημέρες στην Κωνσταντινούπολη κ.α. Συνολικά με την αξιοποίηση του άρθρου 19, αφαιρέθηκε η ιθαγένεια κατά την περίοδο από το 1955 οπότε και τέθηκε σε ισχύ μέχρι την κατάργησή του το έτος 1998 από 60.004 Έλληνες πολίτες οι 46.638 εκ των οποίων ανήκαν στην μειονότητα της Θράκης σύμφωνα με την επίσημη απάντηση του Υπουργείου Εσωτερικών σε σχετική ερώτηση μειονοτικού βουλευτή στη Βουλή. Προφανώς, στον αριθμό αυτό υπάρχουν πολλοί που μετανάστευσαν στην Τουρκία χωρίς την πρόθεση να επιστρέψουν και άλλοι που καθώς βρέθηκαν σε αυτή την κατάσταση ζήτησαν από τις ελληνικές προξενικές αρχές να τους αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια προκειμένου να ενταχθούν στην τουρκική κοινωνία, ο δε έλληνας πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη είχε εκτιμήσει [20] ότι περίπου στο 60% των περιπτώσεων εφαρμογής του άρθρου 19 η αφαίρεση της ιθαγένειας έγινε με τη θέληση των υποκειμένων. Ακόμη και έτσι, δεδομένου ότι η θέληση διαμορφώνεται πάντοτε στη βάση των συγκεκριμένων πραγματικών συνθηκών της ζωής τους, χιλιάδες συμπολιτών μας στερήθηκαν την ιθαγένειά τους χωρίς τη θέλησή τους. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τον ακριβή αριθμό των αφαιρέσεων ιθαγένειας επί Χούντας.
 
Αξίζει επίσης να μνημονευθεί ότι παρότι το άρθρο 4 παρ. 3 του  Συντάγματος του 1975 όριζε ότι η αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση που κάποιος “απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα” καθιστώντας επομένως αντισυνταγματική την εφαρμογή του άρθρου 19 του ν. 3370/1955 την τελευταία στιγμή προστέθηκε μεταβατική διάταξη στο άρθρο 111 παρ. 6 του Συντάγματος που προέβλεπε ότι «η διάταξη του άρθρου 19 του ν.δ/τος 3370/1955 ... εξακολουθεί να ισχύει έως ότου καταργηθεί με νόμο». Το άρθρο 19 του ν.δ/τος 3370/1995 καταργήθηκε κατόπιν πιέσεων διεθνών οργανισμών [21] (του Συμβουλίου της Ευρώπης και του ΟΑΣΕ) με το άρθρο 9 του ν. 2623/1998 χωρίς όμως η κατάργησή του να έχει αναδρομική ισχύ.
 
Η Χούντα που έκανε σημαία της το σύνθημα «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» επικαλέστηκε τον κομμουνιστικό κίνδυνο προκειμένου να θέσει τη δημοκρατία στο γύψο και αξιοποίησε όλο το ιδεολογικό οπλοστάσιο του μετεμφυλιακού κράτους εργαλειοποιώντας την έννοια του Έθνους για να χτυπήσει τα ατομικά, συνδικαλιστικά και πολιτικά δικαιώματα και τις ελευθερίες όλων μας. Επομένως το βάθεμα των ατομικών, κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών όλων μας είτε ανήκουμε σε μειονότητα είτε όχι πρέπει να έχει την απόλυτη προτεραιότητα στο ζύγισμα με την εθνική ασφάλεια και οι κοινοί μας αγώνες των εργατών, των φτωχών, της νεολαίας των προσφύγων, όλων των καταπιεσμένων αποτελούν την εγγύηση προκειμένου να μην υπάρξει χώρος για να αξιοποιηθεί ο «Άλλος» ως απειλή.
 
 

Γιάννης Πατζανακίδης

 
 

* Ο Γιάννης Πατζανακίδης είναι δικηγόρος Ξάνθης και μέλος τουν Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (ΣΕΚ)

 

1. Κ. Κορνέτης «Τα παιδιά της Δικτατορίας» σελ. 97, εκδ. Πόλις 2015
 
2. Σ. Τρουμπέτα «Κατασκευάζοντας ταυτότητες για τους μουσουλμάνους της Θράκης, το παράδειγμα των πομάκων και των τσιγγάνων», σ. 48-52, Κριτική, 2001
 
3. Για τα μέτρα διοικητικών οχλήσεων βλ. (μεταξύ άλλων) Σ. Τρουμπέτα ο.π., Χρ. Ηλιάδη « Η θράκη απειλείται» σελ. 248 - 250, και από μία διαφορετική σκοπιά Α. Συρίγο «Το ελληνικό κράτος και η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης», 27-04-2014, δημ. σε http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=427648
4. Ιός «Τα δάνεια Εθνικής Σκοπιμότητας στη Θράκη, Εθνικοφροσύνη με το στρέμμα» (Ελευθεροτυπία, 19-02-2006), http://www.iospress.gr/ios2006/ios20060219.htm
 
5. Για την οργάνωση και λειτουργία του Συντονιστικού Συμβουλίου Θράκης και τα σχετικά ντοκουμέντα βλ. Τ. Κωστόπουλος «Το Μακεδονικό της Θράκης» σελ. 68επ. και Χρ. Ηλιάδη «Η Θράκη απειλείται – απόρρητη αλληλογραφία» σελ. 233επ., Αθήνα 2018
 
6. Ειδική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης
 
7. Λ. Μπαλτσιώτης «Ελληνική Διοίκηση και Μειονοτική Εκπαίδευση στη Θράκη» σε συλλ. «Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα» σελ. 326επ., 1997. Μέχρι εκείνη τη στιγμή οι δάσκαλοι των μειονοτικών σχολείων είχαν αποφοιτήσει ή θα αποφοιτούσαν από αντίστοιχες σχολές της Τουρκίας.
 
8. ΦΕΚ τ. Α΄546/1936 («Περί μέτρων ασφαλείας οχυρών θέσεων»)
 
9. Τ. Κωστόπουλος «Το μακεδονικό της Θράκης, κρατικοί σχεδιασμοί για τους πομάκους» σ. 99-105, Αθήνα 2009
 
10. Τζεμαλή Μηλιαζήμ «Γεννήθηκα στη μπάρα» Ergatiki.gr30/04/2014, No 1120 https://ergatiki.gr/article.php?id=9795&issue=1120
 
11. Α. Παπανικολάου «Σύγχρονες προσεγγίσεις της έννοιας της ιθαγένειας. Η περίπτωση των ανιθαγενών μελών της τουρκομουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης» σελ. 257, που περιέχεται σε συλλογικό «Μετανάστες και Μειονότητες, Λόγος και Πολιτικές».
 
12. Δ. Χριστόπουλος «Ποιος είναι έλληνας πολίτης το καθεστώς ιθαγένειας από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ως τις αρχές του 21ου αιώνα» σελ. 74επ., Αθήνα 2012
 
13. Α. Παπανικολάου ο.π. σελ. 258 – 259. Κατά τον Χριστόπουλο, ο.π. σελ. 80 - 85 στο μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος το συστατικό όριο της καταγωγής αδρανοποιείται και η εθνική συνείδηση είναι το ζωτικό κριτήριο που δεν έχουν οι ηττημένοι του εμφυλίου και εξομοιώνονται με τους εξ’ αίματος αλλογενείς («εαμοβούλγαροι», «σλαυοκομμουνιστές»).
 
14. Τ. Κωστόπουλος «Αφαιρέσεις ιθαγένειας. Η σκοτεινή πλευρά της νεοελληνικής ιστορίας» περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα» τ. 83
 
15. Επετηρίδα Δικαίου Προσφύγων και Αλλοδαπών 2007,  σελ. 89 – 306, https://www.unhcr.org/gr/wp-content/uploads/sites/10/2018/02/EPETIRIDA_2007.pdf
 
16. ΣτΕ (Δ΄ Τμήμα) 160/1990, περίληψη δημ. σε Επετηρίδα Δικαίου Προσφύγων και Αλλοδαπών 2007, σελ. 151επ. Αντ. Ν. Σάκκουλας 2008 (https://www.unhcr.org/gr/wp-content/uploads/sites/10/2018/02/EPETIRIDA_2007.pdf)
 
17. Τ. Κωστόπουλος ο.π. Υπήρξε μάλιστα αναφορά της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ξάνθης, συνταγμένη το 1987, η οποία αφορούσε την ίδια. Εκεί, η 20χρονη ανιθαγενής βαρυνόταν με τα παρακάτω ενοχοποιητικά στοιχεία: (α) «Από συνεκτιμώμενα στοιχεία προκύπτει ότι δεν έχει προσαρμοσθεί στην ελληνική πραγματικότητα από πλευράς ηθών – εθίμων – εθνικών και θρησκευτικών παραδόσεων», (β) «Δεν έχει ασπασθεί την επίσημη Ορθόδοξη χριστιανική Θρησκεία αλλά εμμένει στο Μουσουλμανικό δόγμα [sic], καθώς και ο σύζυγός της», (γ) «Δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα» και, (δ) «Έχει εγκατασταθεί σε ευαίσθητο Ελληνικό χώρο (παραμεθόριος περιοχή)». Ως εκ τούτου, το Σ.Ι. αποφάσισε να μη συνηγορήσει υπέρ του αιτήματος της, με το επίσημο αιτιολογικό ότι αυτή «δεν έχει αποκτήσει ελληνική συνείδηση, ούτε προσαρμόστηκε στην ελληνική πραγματικότητα, αγνοεί την ελληνική γλώσσα και αποφεύγει την εκμάθησή της». Το 1990, το ΣτΕ έκρινε την άρνηση των αρχών να την πολιτογραφήσουν ως αντίθετη προς τη θρησκευτική ελευθερία και ως εκ τούτου αντισυνταγματική.
 
18. διαθέσιμη και ηλεκτρονικά στο: https://www.elaliberta.gr/ιστορία-θεωρία/ιστορία/5016-αφαιρέσεις-ιθαγένειας-η-σκοτεινή-πλευρά-της-νεοελληνικής-ιστορίας.
 
19. ΣτΕ 4648/1997 (Δ΄ Τμήμα ) περίληψη δημ. σε Επετηρίδα Δικαίου Προσφύγων και Αλλοδαπών 2007, σελ. 209 επ. Αντ. Ν. Σάκκουλας 2008 (https://www.unhcr.org/gr/wp-content/uploads/sites/10/2018/02/EPETIRIDA_2007.pdf)
 
20. Τ. Κωστόπουλος ο.π
 
21. D. Anagnostou “Deepening Democracy or Defending the Nation? The Europeanisation of Minority Rights and Greek Citizenship” West European Politics Vol. 28, No. 2, 335 – 357, March 2005 (εκτενής και συνθετική καταγραφή των θέσεων των πολιτικών κομμάτων, των πιέσεων της διεθνούς κοινότητας, καθώς και των επιδιώξεων απόκτησης διπλωματικού πλεονεκτήματος της Ελλάδος έναντι της Τουρκίας).


Ετικέτες: Χούντα, Μειονότητα, Θράκη, ΕΠΑΘ, Γιάννης Πατζανακίδης