Το τελευταίο ταξίδι

Το τελευταίο ταξίδι

  • Το τελευταίο ταξίδι

(αφιερωμένο σε κάποιους που αγαπάω πολύ και που δεν είναι καλά)

 

Οι ετοιμασίες ήταν ως συνήθως πυρετώδεις. Ο Αργύρης έφτιαχνε τις βαλίτσες με τον κλασικό ρυθμό και την αυστηρότητα του καταναγκαστικού αρσενικού, ενώ τα παιδιά του, ο Ζουλ και η Δανάη, ετοίμαζαν τα δικά τους βαλιτσάκια. Ρούχα, οδοντόκρεμες, βιβλία, παιχνίδια και ένα σωρό άλλα χρήσιμα και αχρείαστα πράγματα στοιβάζονταν με επιμέλεια και σχολαστικότητα (Αργύρης) ή με βιασύνη και ανεμελιά (Ζουλ και Δανάη).


Όταν τέλειωσαν, ή εν πάση περιπτώσει όταν θεώρησαν ότι τέλειωσαν, ο Αργύρης άρχισε τις ανακριτικές ερωτήσεις για να διαπιστώσει αν ξεχάστηκε κάτι. Αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρξε κανένα ατόπημα από τα παιδιά, τους είπε με ύφος σοβαρό, απαιτώντας την προσοχή τους:


- Παιδιά, πρέπει να σας πω κάτι…

- Τι μπαμπά, είπαν τα μικρά σχεδόν ταυτόχρονα και περιπαικτικά.

- Αυτό θα είναι το τελευταίο ταξίδι. Δεν θα χρειαστεί πια να τρέχουμε συνέχεια στη Γερμανία.

- Γιατί μπαμπά;

- Θα σας εξηγήσω πιο μετά. Τώρα είμαστε έτοιμοι;

- Ναι μπαμπά!

- Ωραία, πηγαίνετε στην πόρτα τα δικά σας πράγματα, γιατί εγώ έχω να τακτοποιήσω κάτι στη βαλίτσα μου.

- ΟΚ, πάμε.

Ο Αργύρης πήρε τα αντικαταθλιπτικά του δισκία και τα έβαλε στο μικρό τσαντάκι του. Μετά προσεκτικά έβγαλε από την ντουλάπα τον μηχανισμό, τον τύλιξε στα μεταλλικό υλικό και τον έβαλε στη βαλίτσα. Στη συνέχεια έβγαλε από την ντουλάπα κι ένα μικρό δεματάκι με κάποιο υλικό και το έβαλε στο εσωτερικό μια ειδικής μεταλλικής θήκης. Κατέληξε κι αυτό στην ίδια βαλίτσα.

- Πάμε στο δρόμο για το ταξί. Παίρνω όλες τις βαλίτσες εγώ, εσείς τα δύο μικρά σακ-βουαγιάζ που θα πάρουμε επάνω στο αεροπλάνο, είπε μετά από πέντε λεπτά ο Αργύρης.

Στο αεροδρόμιο δεν υπήρχε πολλή κίνηση, εκτός εποχής γαρ. Έτσι πέρασαν από τον έλεγχο διαβατηρίων και πολύ γρήγορα έφτασαν στο χώρο ελέγχου αποσκευών.

Η τριμελής οικογένεια έβαλε τις αποσκευές της στο μηχάνημα ελέγχου και πέρασε από την άλλη πλευρά, περιμένοντάς τες. Σε λίγο τις παρέλαβαν και τις ξαναέβαλαν στο καρότσι προκειμένου να φτάσουν στην πύλη επιβίβασης.

Η Αριστέα δούλευε στην υπηρεσία σχεδόν δέκα χρόνια. Ήταν μπατσίνα εξαιρετικής εμπειρίας, με σπουδές ψυχολογίας. Η Αριστέα είχε υπηρεσία ακριβώς εκείνη την ημέρα, παρότι κανονικά δούλευε τα απογεύματα. Η Αριστέα ήταν ακριβώς σε εκείνο το μηχάνημα ελέγχου. Όταν ο Αργύρης και τα παιδιά ήταν έτοιμα να φύγουν, η μπατσίνα τους φώναξε:

- Μισό λεπτό, κύριε.

- Παρακαλώ, είπε ευγενικά ο Αργύρης.

- Μπορείτε σας παρακαλώ να βάλετε ξανά στο μηχάνημα την γκρι βαλίτσα;

- Δεν θα προλάβουμε γλυκιά μου… είπε ο Αργύρης.

Η Αριστέα άφησε το ευγενικό και μετήλθε του αυθεντικού μπατσικού ύφους:

- Την γκρι βαλίτσα στο μηχάνημα, το διαβατήριό σας και πίσω στον τοίχο, γρήγορα.

Κάποιοι άνδρες συνάδελφοι της Αριστέας έσπευσαν αμέσως κι άρχισαν να ψάχνουν εξονυχιστικά, στην αρχή με μηχάνημα μετά με φυσικό τρόπο, τον Αργύρη. Η Δανάη και ο Ζουλ κοιτούσαν αμήχανα.

Το μηχάνημα με τις ακτίνες δεν έδειξε τίποτε όμως η Αριστέα ζήτησε από τον Αργύρη να ανοίξει τη βαλίτσα. Ο Αργύρης είχε ήδη αρχίσει να καταρρέει.

- Μπαμπά, τι γίνεται; φώναζαν τα παιδιά.

- Τίποτε, παιδιά, να εδώ η κυρία θέλει να μάθει τι νούμερο παντελόνια φοράω, είπε ξεψυχισμένα δήθεν με χιούμορ ο Αργύρης.

- Στο τσαντάκι σας βρήκαμε αυτά τα χαπάκια. Είναι δικά σας; ρώτησε η Αριστέα.

- Μάλιστα, είπε ο Αργύρης.

- Πρέπει να πάσχετε από βαριά κατάθλιψη.

- Δικός μου λογαριασμός, εξεμάνη ο Αργύρης.

- Ανοίγετε, παρακαλώ, αυτές τις μεταλλικές συσκευασίες, του είπε η Αριστέα, την ίδια στιγμή που δύο συνάδελφοί της είχαν πιάσει τη λαβή των περιστρόφων τους στη θήκη τους.

Η εκρηκτικός μηχανισμός, παρότι τόσο καλά προφυλαγμένος από το μηχάνημα με τις ακτίνες, αποκαλύφθηκε σε όλο του το μεγαλείο μερικά δευτερόλεπτα αργότερα.

Την ώρα που οι μπάτσοι έριχναν κάτω τον Αργύρη, αυτός κοίταζε μόνον προς τα παιδιά του, φωνάζοντας: «Τα παιδιά μου… Μη! Βλέπουν τα παιδιά μου! Δανάη, Ζουλ, λάθος έχει γίνει…»

Η Δανάη και ο Ζουλ έκλαιγαν. Δύο άλλες γυναίκες αστυνομικοί τα πλησίασαν αλλά αυτά έτρεξαν μακριά και αναγκάστηκαν να τα κυνηγήσουν. Αυτή ήταν και η τελευταία εικόνα που είχε ο Αργύρης από τα παιδιά του πριν καταλήξει στον ανακριτικό γραφείο του αεροδρομίου.

 

- Μόνος σου την έφτιαξες τη βόμβα; ρώτησε η Αριστέα που ανέλαβε αμέσως επικεφαλής της ανάκρισης.

- Τα παιδιά, πού είναι τα παιδιά; ρώτησε ο Αργύρης.

- Καλά, τόσο τομάρι είσαι; Διασταύρωσα ότι τα παιδιά είναι όντως δικά σου, κ. Κωστόπουλε. Θα έπαιρνες τα δικά σου παιδιά στο θάνατο μόνο και μόνο για να τα χρησιμοποιήσεις ως εργαλείο καμουφλάζ; Τόσο τομάρι είσαι, Κωστόπουλε; Πριν πας στον εισαγγελέα θα φας πολύ ξύλο. Και όχι μόνο ξύλο. Δεν θα αναγνωρίζεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη όταν φτάσεις στη φυλακή.

- …

- Μπορείς να τα γλιτώσεις όλα αυτά, παρότι εγώ θα προτιμούσα να μην τα γλιτώσεις.

- Δεν καταλάβατε… ψέλλισε ο Αργύρης.

- Σκάσε, ψυχάκια. Παίρνεις και ναρκωτικά. Τα βρήκαμε κι αυτά. Ούτε με τριάντα χρονάκια δεν καθαρίζεις. Προβλέπω ισόβια. Εκτός αν μας πεις την οργάνωση, ονόματα, συνδέσμους, επόμενα χτυπήματα. Μπορεί να γλιτώσεις με απλές εκδορές τότε, είπε με απολύτως πειστικό τρόπο η σπουδαγμένη μπατσίνα.

- Ξέρετε, εγώ για τα παιδιά μου το έκανα.

- Τι λες, ρε μαλάκα; Για δέσιμο είσαι. Πας να τη γλιτάρεις ως τρελός; Δεν περνάνε αυτά. Δώσε μου τώρα κάτι, για να γλιτώσεις το λιντσάρισμα, είπε η Αριστέα.

- Κάνετε λάθος, κυρία αστυφύλαξ.

- Αστυνόμος…

- Κυρία αστυνόμε, εσείς φαίνεται να ξέρετε…

- Τι να ξέρω;

- Πόσες πιθανότητες υπάρχουν να υπάρχει μια βόμβα σε ένα αεροπλάνο;

- Μία στις 200.000. Θεωρία θα κάνουμε τώρα; Δώσε μου κάτι ρε πούστη, αλλιώς αρχίζουν τα όργανα!

- ΟΚ. Δύο βόμβες; Πόσες πιθανότητες υπάρχουν, να υπάρχουν δύο βόμβες σε ένα αεροπλάνο;

- Μία στο δισεκατομμύριο, απάντησε η αστυνόμος Αριστέα και το ύφος της άλλαξε. Ο νεαρός μπάτσος που παρίστατο άρπαξε –από υπερβάλλοντα ζήλο ασφαλώς– τον Αργύρη από το γιακά και του φώναξε:

- Τους σκίζουμε εμείς τους τρομοκράτες, τους μασάμε σαν πασατέμπο…

Η Αριστέα πολύ πιο ήρεμα πια τράβηξε πίσω τον νεαρό μπατσοταλιμπάν και ρώτησε τον Αργύρη:

- Ποια είναι η διάγνωση;

- Η δική μου;

- Ναι…

- Διπολική διαταραχή.

- Η μαμά;

- Μας άφησε για κάποιον άλλο. Νόμιζε ότι και τα παιδιά θα γίνουν μανιοκαταθλιπτικά.

- Και ειλικρινά, πιστεύεις ότι κουβαλώντας εσύ μια βόμβα, μειώνεις τις πιθανότητες να υπάρχει κι άλλη βόμβα, εννοώ κι άλλη πραγματική βόμβα, στο αεροπλάνο;

- Κάνω λάθος; Αυτό δεν λέει η στατιστική;

- Τα παιδιά είπαν όμως στη συνάδελφό μου πως τους ανέφερες ότι αυτό είναι το τελευταίο ταξίδι. Γιατί το είπες αυτό;

- Στη γιαγιά τους πηγαίνουμε, στη μάνα μου. Είναι πολύ βαριά. Έχει αποφασίσει να τερματίσει τη ζωή της. Θα πάει από τη Γερμανία στην Ελβετία, γι’ αυτό το σκοπό. Δεν θα το πω στα παιδιά. Θα τη δουν για τελευταία φορά όπως ζήτησε η ίδια, και μετά κάτι θα σκαρφιστώ… Τώρα μπορείτε σας παρακαλώ να μου φέρετε τα παιδιά μου, σας παρακαλώ, σας εκλιπαρώ! Υποφέρουν μόνα τους…

Ο Αργύρης έκλαιγε. Ακαθόριστο από τι όμως. Από την έλλειψη των παιδιών; Από την επίδραση της κατάθλιψης; Από το επεισόδιο της σύλληψής του; Από τον επικείμενο θάνατο της μητέρας του; Από το φόβο για το μέλλον των παιδιών του;

Ο ίδιος δεν μπόρεσε να δώσει καμία σημασία στην ξαφνική αναχώρηση της Αριστέας από το ανακριτικό γραφείο. Ούτε στην κινητοποίηση και των υπόλοιπων αστυνομικών. Ούτε στη γενική φασαρία και στις ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα. Ούτε στις σειρήνες των οποίων ο ήχος πύκνωνε όλο και περισσότερο. Ήταν πολύ αργότερα, αφότου ο Αργύρης ξαναγκάλιασε τα παιδιά του, που μάθαινε ότι η πτήση 356, η πτήση τους στην οποία ποτέ δεν μπήκαν, είχε συντριβεί λίγα λεπτά μετά την απογείωση. Όχι από βόμβα, όπως έγινε γνωστό πολύ μετά, αλλά από μηχανική βλάβη…

 

Τελικά, είναι σατανικό πράγμα η στατιστική. Βγάζει ό,τι αποτέλεσμα θες, ανάλογα με τις ανάγκες σου. Μερικές φορές ωστόσο μπορεί να σε σώσει διατρέχοντας όλους τους απειροστικούς λαβυρίνθους των διαδρομών της. Ειδικά αν συνδυάζεται με παθολογική και ανιδιοτελή αγάπη. Σαν κι αυτή του μανιοκαταθλιπτικού Αργύρη…

 

 

Πέτρος Τσάγκαρης


Ετικέτες: Λογοτεχνία, Διήγημα, Πέτρος Τσάγκαρης