ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ (ή αλλιώς Ο ΜΙΚΡΟΥΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ, Η ΜΗΤΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ)

ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ (ή αλλιώς Ο ΜΙΚΡΟΥΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ, Η ΜΗΤΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ)

  • ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ (ή αλλιώς Ο ΜΙΚΡΟΥΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ, Η ΜΗΤΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ)

Ο μεγάλος σοφός Αχσαμσαντίν ήταν πολύ σεβαστός στην εποχή του. Μελετούσε και ερμήνευε τα θρησκευτικά κείμενα και όλοι κρέμονταν από τα χείλη του γι’ αυτό. Αλλά δεν ήταν μόνον άνθρωπος της θρησκείας. Ο Αχσαμσαντίν αγαπούσε τα γράμματα και καταλάβαινε ότι αυτά μπορούν να τέρψουν και να ζεστάνουν τις ανθρώπινες ψυχές. Έτσι έγινε και ποιητής. Και όλοι γλυκαίνονταν με τα ποιήματά του.


Παρότι σεβόταν τα θεία, ο σοφός αυτός θεωρούσε ότι στο γνωστό ρητό το κόμμα πήγαινε μετά τη λέξη «μη». Έτσι διάβαζε το ρητό ως: «πίστευε και μη, ερεύνα».


Γι’ αυτό ερευνούσε. Και έτσι μπόρεσε να βρει φάρμακα πολλά που γιάτρευαν τους ανθρώπους. Και όχι μόνον το σώμα των ανθρώπων αλλά και την ψυχή τους, καθώς, σε αντίθεση με τον πολιτισμό της εποχής του, είχε γνώσεις ψυχολογίας. Αλλά εκεί όπου τα κατάφερνε καλύτερα ήταν στην ίδια την ιατρική. Στο βιβλίο του «Το υλικό της ζωής», ο σοφός Αχσαμσαντίν περιέγραφε για πρώτη φορά στην ιστορία τα μικρόβια, διακόσια χρόνια πριν τα «ανακαλύψει» ένας Ολλανδός ονόματι Λέβενχουκ που του έκλεψε τη δόξα.


Ο μεγάλος βασιλιάς που είχε ακούσει για τον σοφό αυτό άνθρωπο, έστειλε τον γιο του για να σπουδάσει δίπλα του. Ο πιτσιρικάς, που λεγόταν Μεχμέτ, ρούφηξε σαν σφουγγάρι τη σκέψη και τις γνώσεις του δασκάλου του. Αλλά πριν προλάβει να ολοκληρώσει τις σπουδές του, ο μεγάλος βασιλιάς παρήγγειλε στο γιο του να πάει να κυβερνήσει την περιφέρεια της Αμάσια, παρότι ήταν μόλις 11 χρονών, προκειμένου να μάθει πώς να κυβερνάει! Ο Μεχμέτ αποχαιρέτησε τον δάσκαλό του και πήγε να εκτελέσει τη θέληση του βασιλιά-πατέρα του.


Δεν πέρασε ένας χρόνος και ο βασιλιάς κάλεσε τον 12χρονο Μεχμέτ στην πρωτεύουσα στον κρύο βορρά. «Κουράστηκα, παιδί μου με τόσους πολέμους», είπε στον γιο του ο βασιλιάς. «Τώρα εσύ με τόση σοφία που απέκτησες δίπλα στον δάσκαλό σου, και με την εμπειρία σου ως κυβερνήτης της Αμάσιας, μπορείς να κυβερνήσεις το μεγάλο βασίλειο. Θέλω να στο παραδώσω». Ο Μεχμέτ ταράχθηκε αλλά δεν το έδειξε. Η ευθύνη τού έπεφτε μεγάλη. Μα πιο πολύ ταράχθηκε και θύμωσε, όταν έμαθε το νέο, ο μεγάλος αυλικός, ο Χαλίλ, που του έφερναν το νιάναρο να τον διατάζει. Η οργή του γινόταν μεγαλύτερη γιατί ο Χαλίλ φθονούσε τον Αχσαμσαντίν, επειδή αυτός είχε τόσο λαμπερό μυαλό, επειδή αμφισβητούσε την εξουσία της αυλής και επειδή αγαπούσε τους ανθρώπους.
Ωστόσο ο Χαλίλ έκρυψε την οργή του, ποντάροντας ότι ο άπειρος Μεχμέτ θα σκοντάψει στην πρώτη δυσκολία.


Και η δυσκολία δεν άργησε να έρθει. Παρότι ο βασιλιάς είχε φροντίσει να κλείσει ειρήνη με όλους τους εχθρούς του πριν παραδώσει στον μικρό Μεχμέτ, το κακό καραδοκούσε. Ένας κακός μάγος, μόλις έμαθε ότι ο θρόνος του μεγάλου βασιλείου ήρθε στα χέρια ενός δωδεκάχρονου, έπεισε τον βασιλιά Ουνιάδη που είχε συνάψει ειρήνη με τον πατέρα του Μεχμέτ, ότι η παραβίαση της συμφωνίας δεν είναι αμαρτία. Έτσι ο πανίσχυρος στρατός του Ουνιάδη ξεκίνησε εκστρατεία κατά του μικρούλη βασιλιά. Ο Χαλίλ έτριβε τα χέρια του. Ο Μεχμέτ προσπάθησε να καθοδηγήσει τους στρατηγούς του, αλλά ο κακός Χαλίλ τους είχε πείσει –άλλους με απειλές και άλλους με εξαγορές– να αρνηθούν να υπακούσουν. Ο Μεχμέτ άρχισε να απελπίζεται. Φοβόταν ότι το μεγάλο βασίλειο θα διαλυθεί. Έτσι ζήτησε από τον πατέρα του να επανέλθει στον θρόνο. Αυτός ζούσε πια σε ένα παλάτι στη ζεστή ανατολή με πολλές γυναίκες, πολλές πισίνες και πλούσιο φαγητό. Έτσι αρνήθηκε να γυρίσει. Όμως ο Μεχμέτ επέμεινε καταλαβαίνοντας την κρισιμότητα της κατάστασης. Του έγραψε: «Αν είσαι ακόμη βασιλιάς, έλα πίσω και οδήγησε τις στρατιές σου. Αν είμαι εγώ βασιλιάς, με την επιστολή αυτή σε διατάζω να γυρίσεις και να οδηγήσεις τις στρατιές του βασιλείου».


Ο πατέρας του πείστηκε και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις απολαύσεις της Ανατολής. Ηγήθηκε του στρατού και κατανίκησε τον ανόητο Ουνιάδη. Όμως τώρα ο Χαλίλ πήρε το πάνω χέρι. «Κύριέ μου, ο Μεχμέτ δεν μπορεί να κυβερνήσει, το είδατε. Πρέπει εσείς να παραμείνετε βασιλιάς. Και ο μικρός πρέπει να σταλεί μακριά, γιατί αν μείνει εδώ, θα έχει πλέον βλέψεις για το θρόνο σας», είπε στον βασιλιά. «Νομίζεις;», ρώτησε ο αφελής βασιλιάς. «Όχι μόνον νομίζω, αλλά επιβάλλεται. Πώς να το πω… Κινδυνεύετε, κύριε από τον μικρό. Έχουν πάρει τα μυαλά του αέρα επειδή βασίλεψε λίγους μήνες. Φταίει αυτός ο καταραμένος ο Αχσαμσαντίν, που κάνει τους νέους αυθάδεις». Ο βασιλιάς τελικά συγκατάνευσε και διέταξε τον μικρό Μεχμέτ να πάει ξανά στο νότο, μακριά από την πρωτεύουσα.


Ο Χαλίλ πλέον είχε όλη την άνεση να εξοντώσει τον μικρό, μακριά από τα φώτα της πρωτεύουσας. Και προσπάθησε πράγματι να τον εξοντώσει. Όμως τον μικρό τον σέβονταν και τον αγαπούσαν πια κάμποσοι αξιωματικοί. Αυτό βέβαια δεν έφτανε. Ενάντια σε αυτό που συνήθως περιγράφουν άλλα παραμύθια, τον Μεχμέτ τον αγαπούσε η μητριά του, η βασίλισσα. Βλέπετε ο Μεχμέτ είχε μείνει σε μικρή ηλικία ορφανός από μητέρα. Η νέα σύζυγος του βασιλιά, η Μάρα Μπράνκοβιτς, κόρη του ηγεμόνα των Σέρβων Γεωργίου, τον πήρε υπό την προστασία της και τον αγάπησε περισσότερο κι από δικό της παιδί. Και ήταν αυτή που τον έσωσε από πολλές δολοπλοκίες του διεφθαρμένου Χαλίλ. Αυτό έκανε τον Μεχμέτ να τρέφει σε όλη του τη ζωή βαθιά εκτίμηση προς το πρόσωπο της Μάρας.


Πέρασαν τα χρόνια και τώρα πια ο πατέρας του Μεχμέτ γέρασε και πραγματικά δεν μπορούσε να κυβερνήσει. Μάλιστα αρρώστησε σοβαρά. Ο Χαλίλ, με την επιρροή που ασκούσε στον βασιλιά, είχε έτοιμο το σχέδιο για διάδοχο δικής του εκλογής. Όμως η Μάρα Μπράνκοβιτς, έστειλε κρυφά αγγελιοφόρο και τον ειδοποίησε. Ο 19χρονος πια Μεχμέτ έφτασε στην πρωτεύουσα. Με την υποστήριξη της μητριάς του και των λίγων αξιωματικών που του ήταν πιστοί, έγινε και πάλι βασιλιάς, με το θάνατο του πατέρα του.


Στη μέση του βασιλείου του βρισκόταν από χρόνια μια μεγάλη πόλη που κατοικούνταν από αμαρτωλούς ανθρώπους. Οι προηγούμενοι βασιλιάδες συναλλάσσονταν με τους ανθρώπους αυτούς. Και οι αυλικοί όπως ο Χαλίλ κέρδιζαν πολλά από αυτή την ημιπαράνομη συνήθως συνεργασία. Ο πατέρας του Μεχμέτ, παρότι η πόλη αυτή βρισκόταν στο κέντρο του βασιλείου του, δεν έκανε τον κόπο να την καταλάβει γιατί σχεδόν όλοι όσοι το είχαν αποπειραθεί αυτό εδώ και χίλια χρόνια, είχαν αποτύχει. Έτσι προτίμησε τις εμπορικές σχέσεις από το να θυσιάσει άσκοπα σε μια πολιορκία χιλιάδες στρατιώτες του.


Όμως ο Μεχμέτ πίστευε ότι το δίκτυο αυτό έφθειρε ηθικά την αυλή του, καθώς γεννούσε διαρκώς καινούργιους Χαλίλ και αφετέρου φοβόταν ότι η ύπαρξη αυτού του αγκαθιού –και μάλιστα μόλις λίγα χιλιόμετρα νότια από την πρωτεύουσα του βασιλείου του– απειλούσε με την έλευση κι άλλων αμαρτωλών ανθρώπων από άλλες χώρες, όπως είχε γίνει διακόσια πενήντα χρόνια πριν. Έτσι έβαλε στόχο να την κατακτήσει. «Αδύνατον», έλεγε ο Χαλίλ και οι φίλοι του που είχαν οικονομικά συμφέροντα μέσα στην πόλη αυτή. Και άρχισαν τις σχετικές συνωμοσίες με τους εντός των τειχών. Αυτοί είχαν αιχμαλωτίσει παλιότερα έναν θείο του Μεχμέτ που διεκδικούσε το θρόνο του πατέρα του Μεχμέτ. Τον χρησιμοποιούσαν σαν διαπραγματευτικό χαρτί. «Θέλετε να τον απελευθερώσουμε και να διεκδικήσει το θρόνο;» απείλησαν τον Μεχμέτ (φυσικά τους είχε συμβουλέψει έτσι ο Χαλίλ).
Ο Μεχμέτ πείσμωσε περισσότερο. Κατόρθωσε να μαζέψει ένα τεράστιο στρατό που μπορεί να έφθανε τις 200.000, καθώς και πάνω από 300 πλοία. Εφάρμοσε μια περίτεχνη πολιορκητική τακτική αποκλείοντας την πόλη και από τις δύο πλευρές της θάλασσας όπου είχε διέξοδο.


Ο Χαλίλ ωστόσο γελούσε γιατί ήξερε ότι τα τείχη της πόλης ήταν απόρθητα. Έλα όμως που ο Μεχμέτ είχε μάθει από τον Αχσαμσαντίν να πιστεύει κυρίως όχι στους θεούς, αλλά στην επιστήμη. Έτσι απευθύνθηκε στους μηχανικούς τους παλιού εχθρού του βασιλείου, του Ουνιάδη. Αυτοί, έναντι γερού τιμήματος, ανέλαβαν να του φτιάξουν κανόνια τόσο μεγάλα, όσο ποτέ δεν είχε ξαναδεί κανείς στον τότε κόσμο.


Η απόρθητη πόλη, που είχε κρατήσει χίλια τόσα χρόνια, τελικά έπεσε έπειτα από 54 ημέρες πολιορκίας. Ο βασιλιάς της πόλης σκοτώθηκε ηρωικά στη μάχη για την υπεράσπισή της μαζί με τους ξένους μισθοφόρους του, μιας και οι περισσότεροι κάτοικοι δεν ήθελαν να πολεμήσουν. Μετά την κατάκτηση επακολούθησε σφαγή πολλών αμαρτωλών. Όταν μπήκε ο Μεχμέτ νικητής στην πόλη ήταν μόλις 21 ετών. Λίγα χρόνια μετά είχε διπλασιάσει το βασίλειο που παρέλαβε από τον πατέρα του…

 

 

Υ.Γ.: Όλα τα ονόματα είναι αληθινά. Ο Αχσαμσαντίν είναι ο Αχσαμσαντίν. Η Μάρα Μπράνκοβιτς είναι η Μάρα Μπράνκοβιτς. Ο «μάγος» που προέτρεψε τον Ουνιάδη σε αμαρτία είναι ο καρδινάλιος Τσεζαρίνι, αντιπρόσωπος του Πάπα της Ρώμης. Ο Χαλίλ ήταν ο Τσανταρλί Χαλίλ Πασά, ο μεγάλος βεζίρης. Ο πατέρας του Μεχμέτ ήταν ο Μουράτ και επειδή ήταν ο δεύτερος βασιλιάς με το ίδιο όνομα, στην ιστορία έμεινε ως Μουράτ Β’. Ο Μεχμέτ στα ελληνικά έγινε Μωάμεθ και επειδή ήταν ο δεύτερος σουλτάνος με αυτό το όνομα, στην ιστορία έμεινε ως Μωάμεθ Β’. Η απόρθητη πόλη που κατέκτησε ήταν η Ιστανμπούλ, στα ελληνικά Κωνσταντινούπολη. Η πολιορκία κράτησε από τις 6 Απριλίου μέχρι τις 29 Μαΐου (σας θυμίζει τίποτε;). Η πρωτεύουσα του βασιλείου μέχρι τότε ήταν το Έντιρνε, ή αλλιώς Ανδριανούπολη, μερικά χιλιόμετρα βόρεια από την Ιστανμπούλ.
Ο Μεχμέτ-Μωάμεθ στέφθηκε Ρωμαίος Αυτοκράτορας αφού η Κωνσταντινούπολη ήταν η πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο μόνος που αναγνώρισε αυτή τη στέψη και τη συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στο πρόσωπο του Μεχμέτ-Μωάμεθ ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία, δηλ. ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης. Και πώς μπορούσε να γίνει αλλιώς: Ο Μεχμέτ όρισε ως οικουμενικό πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης-Νέας Ρώμης, τον Γεννάδιο Σχολάριο, φανατικό εχθρό της καθολικής Δύσης. Του έδωσε τον προνόμιο να είναι εκτός από θρησκευτικός, πολιτικός, δικαστικός και οικονομικός ηγέτης των Ρωμαίων (Ρωμιών, όπως έγιναν γνωστοί αργότερα). Ο Μεχμέτ έδωσε τέτοια ακίνητη περιουσία στον πατριάρχη ώστε τον κατέστησε τον δεύτερο μεγαλύτερο γαιοκτήμονα της αυτοκρατορίας μετά τον ίδιο τον Μεχμέτ!


Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έπεσε υπερασπιζόμενος την Κωνσταντινούπολή. Ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας αλλά δεν είχε παιδιά. Τον θρόνο του νομικά μπορούσαν να τον διεκδικήσουν τα επιζώντα αδέλφια του και τα παιδιά τους. Τι έκαναν αυτοί;


Τα δύο αδέλφια του, ο Θωμάς και ο Δημήτριος, είχαν μοιραστεί την Πελοπόννησο. Τόσο όσο ζούσε ο Κωνσταντίνος όσο και μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, πολεμούσαν μεταξύ τους για το ποιος θα έχει περισσότερη γη στην Πελοπόννησο. Έφτασαν στο σημείο ο ένας, ο Θωμάς, να συμμαχήσει με τους Φράγκους και ο άλλος, ο Δημήτριος, με τους οθωμανούς δηλ. με τον Μεχμέτ. Μάλιστα ο Δημήτριος είχε συμμαχήσει με τον πατέρα του Μεχμέτ, τον Μουράτ, ΠΡΙΝ πέσει η Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να ανατρέψει τον τότε αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο!
Ο Δημήτριος διεκδίκησε και πάλι τον θρόνο μετά τον θάνατο του Ιωάννη, ωστόσο η μητέρα τους και άλλοι αυλικοί προτιμούσαν τον Κωνσταντίνο. Για να λυθεί το ζήτημα κάλεσαν έναν «διαιτητή». Ποιος ήταν αυτός; Μα ο Μουράτ, ο πατέρας του Μεχμέτ (!!!), που γνωμοδότησε ότι ο θρόνος έπρεπε να πάει στον Κωνσταντίνο (!!!) και έτσι αυτός έγινε αυτοκράτορας.


Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης ο Θωμάς και ο Δημήτριος έκαναν τόσες μαλακίες που άνοιξαν το δρόμο στους Βενετούς οι οποίοι εισέβαλαν στην Πελοπόννησο. Τους Παλαιολόγους του έσωσε ο στρατός του Μεχμέτ που σταμάτησε τους Βενετούς και επέστρεψε τα σκήπτρα της εξουσίας στα δύο αδέλφια!!!


Ο Θωμάς συνέχισε να εμπορεύεται τον πολιτικά ανύπαρκτο πια τίτλο του αυτοκράτορα της Νέας Ρώμης και τελικά ο γιος του, ο Ανδρέας, πούλησε τον τίτλο στον βασιλιά της Γαλλίας, Κάρολο Η’ το 1494.


Τελικά, αφού τα δύο αδέλφια τσακώνονταν συνεχώς, ο Μεχμέτ πήρε υπό τον έλεγχό του την Πελοπόννησο, αλλά φυσικά δεν τους πείραξε. Ο Θωμάς τσαντισμένος έφυγε για την Ιταλία και έγινε καθολικός, κονομώντας με τους τρόπους που είχε μάθει: έζησε με χορηγίες του πάπα Πίου Β’, διάφορων καρδινάλιων αλλά και της ίδιας της πόλης της Βενετίας. Από την άλλη ο Μεχμέτ, πάντα σεβόμενος την άρχουσα τάξη της αυτοκρατορίας που κατέλαβε, παραχώρησε στον άλλο κηφήνα, τον Δημήτριο, τα νησιά Ίμβρο, Τένεδο, Σαμοθράκη και Λήμνο. Εκεί αυτός καλοπέρασε μέχρι το 1469. Μόνον αφότου ο Δημήτριος κατασπατάλησε τεράστια ποσά ο Μεχμέτ του τα πήρε πίσω. Μετανιωμένος ο Δημήτριος πήγε και έζησε την υπόλοιπη ζωή του σε ένα μοναστήρι.
Ο γιος του Θωμά, ο Μανουήλ Παλαιολόγος, ζήτησε να γυρίσει στην Πόλη, ο Μεχμέτ το επέτρεψε και πράγματι έζησε και πέθανε ως χριστιανός, στην Κωνσταντινούπολη. Ο γιος του Μανουήλ, ο Ιωάννης Παλαιολόγος ο νεότερος, έγινε πασάς και ναύαρχος του τουρκικού στόλου με το όνομα Μεχμέτ Μεσίχ Παλαιολόγος!


Μια άλλη αφήγηση θέλει τα παιδιά του Ιωάννη Παλαιολόγου (δηλ. οι επίσης διάδοχοι του άκληρου Κωνσταντίνου Παλαιολόγου) να υπηρετούν τον Μεχμέτ: Ο μεγάλος γιος μετονομάστηκε σε Χας Μουράτ, έγινε έμπιστος του Μεχμέτ και υπηρέτησε ως γενικός διοικητής των Βαλκανίων. Αυτή η αφήγηση θέλει τον μικρό γιο του Ιωάννη Παλαιολόγου, να μετονομάζεται σε Μεχμέτ Μεσίχ, που εκτός από ναύαρχος του τουρκικού στόλου, έγινε και μεγάλος βεζίρης, υπό τον σουλτάνο Βαγιεζίτ Β’ που διαδέχθηκε τον Μεχμέτ.


Για να θυμόμαστε ότι τα παιδιά της άρχουσας τάξης δεν πάνε ΠΟΤΕ χαμένα, με κανένα μα κανένα καθεστώς. Όλα τα άλλα είναι για το φτωχό λαό…

 

 

Πέτρος Τσάγκαρης


Ετικέτες: Ιστορία, Άλωση της Πόλης, Μωάμεθ Β', Κωνσταντίνος Παλαιολόγος