Μια πρώτη αξιολόγηση του χουντικής έμπνευσης νομοσχεδίου της κυβέρνησης για τις διαδηλώσεις

Μια πρώτη αξιολόγηση του χουντικής έμπνευσης νομοσχεδίου της κυβέρνησης για τις διαδηλώσεις

  • Μια πρώτη αξιολόγηση του χουντικής έμπνευσης νομοσχεδίου της κυβέρνησης για τις διαδηλώσεις

Η κυβέρνηση κατέθεσε προς ψήφιση στη Βουλή νομοσχέδιο με τίτλο «δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις» με σκοπό, όπως στην αιτιολογική έκθεσή του αναφέρεται, τη διασφάλιση της «ισόρροπης ακώλυτης άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος των πολιτών». Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα βαθιά αντιδημοκρατικό νομοσχέδιο που επιχειρεί να πλήξει στον πυρήνα του το δικαίωμα του συνέρχεσθαι το οποίο μαζί με το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα δικαιώματα που κατοχυρώνονται συνταγματικά στην Ελλάδα (ήδη από το Σύνταγμα του 1864).
 
Στην αιτιολογική έκθεση του σχετικού νομοσχεδίου αναφέρεται ότι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο έπρεπε να εκσυγχρονιστεί καθώς δεν υπήρχε εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος, που να διέπει την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος παρά μόνο το νδ 794/1971 που ψηφίστηκε επί Χούντας και ως εκ τούτου δεν εναρμονίζεται με το Σύνταγμα του 1975. Πράγματι το νδ 794/1971 περιείχε αντισυνταγματικές διατάξεις και παρά τις αντικρουόμενες απόψεις στη θεωρία και τη νομολογία περί του εάν εξακολουθούσε ισχύον και μετά την πτώση της Χούντας, είχε καταστεί ανενεργό από την πρακτική του κινήματος της Μεταπολίτευσης. Αυτό που υποκριτικά παραλείπεται να αναφερθεί στην αιτιολογική έκθεση του νέου νομοσχεδίου είναι ότι το χουντικό νομοθετικό διάταγμα αποτέλεσε την έμπνευση για το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στην Βουλή, όπως μαρτυρούν πολλές από τις διατάξεις του.
 
Πράγματι το νομοσχέδιο που κατατέθηκε προς ψήφιση στη Βουλή προβλέπει τη γνωστοποίηση της προγραμματισμένης συνάθροισης στην Αστυνομία και μάλιστα κατά τρόπο εκτεταμένο, ήτοι θα πρέπει να γνωστοποιείται ο χρόνος, ο τόπος, ο εκτιμώμενος χρόνος λήξης, ο σκοπός (!), το δρομολόγιο της συνάθροισης καθώς και τα στοιχεία ταυτότητας του οργανωτή (άρθρο 3). Η κύρωση για τη μη γνωστοποίηση της προγραμματισμένης συνάθροισης είναι η δυνατότητα διάλυσής της από την αστυνομία σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 περ. δ του νομοσχεδίου.
 
Η διάλυση της συνάθροισης λόγω της μη γνωστοποίησης της παραβιάζει το Σύνταγμα καθώς οι γενικοί περιορισμοί της ελευθερίας της συναθροίσεως, όπως και όλων των άλλων ατομικών δικαιωμάτων και ιδιωτικών δραστηριοτήτων ποτέ δεν δικαιολογούν την επιβολή οποιωνδήποτε προληπτικών υποχρεώσεων στους οργανωτές μιας συνάθροισης όπως την αναγγελία της ή την προηγούμενη άδεια [1]. Διότι σε τέτοια περίπτωση η γνωστοποίηση θα συνιστούσε αίτηση για άδεια (ουσιαστικά), πράγμα αντίθετο προς το Σύνταγμα δεδομένου ότι η άδεια προϋποθέτει ότι η άσκηση του ατομικού δικαιώματος είναι καταρχήν απαγορευμένη [2]. Κατά συνέπεια σύμφωνα με την ορθότερη και κρατούσα γνώμη η παράλειψη της προηγούμενης γνωστοποίησης δεν μπορεί να αποτελεί λόγο διάλυσης της συνάθροισης διότι αυτό θα παραβίαζε τον πυρήνα του δικαιώματος του άρθρου 11 του Συντάγματος. Είναι μάλιστα ευθέως αντισυνταγματική η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 9 παρ. 1 περ. δ’ καθώς η παράλειψη γνωστοποίησης δεν συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια ούτε σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής μιας περιοχής που αποτελούν τους δύο περιοριστικά αναφερόμενους στη συνταγματική διάταξη λόγους που μπορεί να οδηγήσουν σε διάλυση της συνάθροισης. Κατά τον ίδιο τρόπο αναφέρεται και από τον Χρυσόγονο ότι: «το άρθρο 11 παρέχει σ’ αυτούς που θέλουν να ασκήσουν το δικαίωμα της συνάθροισης να καθορίσουν οι ίδιοι τον τόπο, το χρόνο, το είδος και το περιεχόμενο της εκδήλωσής τους χωρίς να είναι δυνατό να απαιτηθεί προηγούμενη άδεια» [3]. Με το εν λόγω σχέδιο νόμου όμως όλα τα παραπάνω στοιχεία επιχειρείται (de facto) να ελέγχονται από την Αστυνομία προκειμένου να απαγορεύει ή να επιβάλλει περιορισμούς στην διαδήλωση.
 
Παρότι μάλιστα το Σύνταγμα παρέχει ευρύτερη προστασία ως προς το δικαίωμα της συνάθροισης και το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι «συνιστά δυσανάλογο μέτρο η διάλυση μιας ειρηνικής συνάθροισης για το λόγο και μόνο ότι δεν είχε προηγηθεί η απαιτούμενη γνωστοποίηση εφόσον δεν σημειώθηκε παρανομία εκ μέρους των συμμετεχόντων ούτε διατάραξη της δημόσιας τάξης πέραν των αναπόφευκτων ενοχλήσεων που προξενεί μια συγκέντρωση σε δημόσιο χώρο». [4]
 
Στο άρθρο 3 παρ. 3 του νομοσχεδίου προβλέπεται επίσης και ο δεύτερος τρόπος συνάθροισης  «η αυθόρμητη δημόσια συνάθροιση» που δεν έχει γνωστοποιηθεί, η οποία «δύναται να επιτραπεί εφόσον δεν διαφαίνονται κίνδυνοι διασάλευσης της δημόσιας ασφάλειας ή σοβαρής διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής». Η σχετική πρόβλεψη είναι επίσης ευθέως αντισυνταγματική καθώς σε αυτή την περίπτωση (όταν δηλαδή δεν υφίστανται σοβαροί κίνδυνοι για τη δημόσια ασφάλεια), σύμφωνα με το γράμμα του Συντάγματος, η αστυνομία δεν δύναται αλλά υποχρεούται να μην παρεμβαίνει, επομένως η επιχειρούμενη από τον συντάκτη του νομοθετήματος αντιστροφή του βάρους απόδειξης δεν βρίσκει συνταγματικό έρεισμα. Τα ίδια ισχύουν και ως προς την δυνατότητα διάλυσης της αυθόρμητης συνάθροισης εφόσον η «συνάθροιση» παραβεί την υποχρέωσή της να ορίσει οργανωτή, δεδομένου ότι αυτό αποτελεί ουσιαστικά σύστημα προληπτικής απαγόρευσης ενός ατομικού δικαιώματος και επομένως πρέπει να χαρακτηριστεί ως αντισυνταγματική πρόβλεψη [5].
 
Ως προς την εμβέλεια του δικαιώματος γίνεται δεκτό ότι ο ήσυχος χαρακτήρας της συνάθροισης δεν αναιρείται από τυχόν βιαοπραγίες μεμονομένων ατόμων ή έστω μιας μικρής μερίδας των συμμετεχόντων. Οι τρίτοι υποχρεούνται να ανεχθούν την παροδική κυκλοφοριακή συμφόρηση που προκαλεί πολυπληθής συνάθροιση στο κέντρο της πόλης ενώ είναι πρόδηλα αστήρικτη η άποψη ότι είναι συνταγματική η απαγόρευση πορειών κατά τις ώρες κυκλοφοριακής αιχμής στις κεντρικές οδικές αρτηρίες των πόλεων. Η ενόχληση σε ορισμένο μέτρο του γενικού πληθυσμού εντάσσεται στην ίδια τη ratio της συνάθροισης προκειμένου να γίνει αισθητή η ανάδειξη ενός πολιτικού, κοινωνικού θέματος.
 
Σχετικά με την απαγόρευση της αντιδιαδήλωσης του άρθρου 7 παρ. 3  «απαγορεύεται εφόσον πρόκειται για συνάθροιση ο σκοπός της οποίας αντιτίθεται προς το σκοπό άλλης…» (ήδη προγραμματισμένης, γνωστοποιηθείσας που πραγματοποιείται στην ίδια περιοχή κατά το ίδιο χρονικό διάστημα) παρατηρείται επίσης ότι αυτός ο λόγος δεν συνιστά από μόνος του κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια και η αστυνομική αρχή έχει την υποχρέωση διασφάλισης της δυνατότητας ταυτόχρονης πραγματοποίησης εκδηλώσεων στον ίδιο τόπο με τη λήψη των κατάλληλων μέτρων προστασίας της δημόσιας τάξης [6].
 
Ως προς την βαρύτητα του περιορισμού του δικαιώματος που επιχειρείται με το εν λόγω νομοσχέδιο πρέπει να αναφερθεί αρχικά ότι ο βαθμός περιορισμού κάποιου δικαιώματος, όπως αναφέρει ο Α. Μάνεσης [7] κρίνεται αφενός από την Αρχή στην αρμοδιότητα της οποίας εναπόκειται η επιβολή του. Έτσι γίνεται δεκτό ότι περισσότερα εχέγγυα αντικειμενικότητας παρέχει ένα Δικαστήριο παρά μια οποιαδήποτε διοικητική αρχή όπως η Αστυνομία, η οποία αποτελεί εν προκειμένω ταυτόχρονα και το όργανο επιτήρησης και καταστολής της συνάθροισης. Επίσης αφετέρου από το εάν παρέχεται σε αυτή δέσμια ή διακριτική ευχέρεια ως προς την άσκηση των αρμοδιοτήτων της. Το σύνολο των διατάξεων όμως του εν λόγω νομοσχεδίου αντισυνταγματικά επιβάλλουν περιορισμούς που δεν προβλέπονται στην οικεία συνταγματική διάταξη ως προς τους διαδηλωτές ως προς δε την αστυνομία δεν εξειδικεύουν τις περιστάσεις που συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για την δημόσια ασφάλεια ούτε σοβαρή διατάραξη της κοινωνικο - οικονομικής ζωής μιας περιοχής αποδίδοντας επομένως μεγάλο εύρος διακριτικής ευχέρειας στις αστυνομικές αρχές.
 
Ειπώθηκε ήδη ότι η πρόβλεψη οργανωτή στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο αντλεί την έμπνευσή της από το νδ 794/1971 που είχε ψηφισθεί επί Χούντας, στο οποίο τις ίδιες αρμοδιότητες ασκούσε ο «Πρόεδρος» της συνάθροισης. Στο νομοσχέδιο της κυβέρνησης ο οργανωτής εκτός από την υποχρέωση της προηγούμενης γνωστοποίησης της συνάθροισης, του τόπου, χρόνου, σκοπού διεξαγωγής της κλπ έχει επίσης και την υποχρέωση να συνεργάζεται με τις αρχές, να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις τους, να υποδεικνύει στις αστυνομικές αρχές τα άτομα που φέρουν «αντικείμενα πρόσφορα για άσκηση βίας» [8] και να ορίζει επαρκή αριθμό ατόμων τα οποία παρέχουν συνδρομή στην περιφρούρηση της συνάθροισης (άρθρο 4).
 
Είναι σύνηθες σε αντισυνταγματικά νομοσχέδια  στα οποία επιχειρούνται περιορισμοί δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών να συναντώνται διατάξεις με γκροτέσκο χαρακτήρα, όπως αυτή σχετικά με τις υποχρεώσεις του οργανωτή. Αυτός φέρει υπερφυσικές ιδιότητες σύμφωνα με το συντάκτη του νομοσχεδίου αφού μπορεί να οργανώσει μία συγκέντρωση – πορεία, να προσδιορίσει την κίνηση της κατά χρόνο, τόπο και σκοπό να συνεργάζεται με την αστυνομία, να καταδεικνύει σε αυτή όσους φαίνονται ύποπτοι και να περιφρουρεί την διαδήλωση αναθέτοντας και σε άλλους αυτή την αρμοδιότητα. Αποκτά έτσι τις ιδιότητες του οργανωτή, διαδηλωτή, αστυνομικού και πληροφοριοδότη της αστυνομίας. Προκαλεί θυμηδία ότι σε άλλο σημείο του νομοσχεδίου αναφέρεται ότι η αστυνομία παρίσταται κατά τη διαδήλωση και δεν παρεισφρύει σε αυτό. Πέραν του ότι αυτό αποτελεί ούτως ή άλλως υποχρέωση της Αστυνομίας με το εν λόγω νομοσχέδιο δεν θα χρειάζεται να παρεισφρύει στη διαδήλωση αφού ο ίδιος ο οργανωτής της συνάθροισης καθίσταται ο πληροφοριοδότης της. Κατόπιν αυτών νομίζω ότι δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογηθεί ιδιαίτερα ότι αυτή η διάταξη πλήττει στον πυρήνα του το δικαίωμα του συνέρχεσθαι τόσο για τον ίδιο τον οργανωτή που δεν θα ήθελε να αναλάβει αυτό τον ρόλο όσο και για τους υπόλοιπους συμμετέχοντες αφού υπονομεύει εκ των έσω την αξιοπιστία των φορέων της συνάθροισης.
 
Αναφορικά τέλος με τις ποινικές κυρώσεις που εξαγγέλλονται στο άρθρο 13 του νομοσχεδίου που συνίστανται στην ποινή της φυλάκισης μέχρι ενός έτους για όσους  συμμετείχαν σε συνάθροιση που έχει απαγορευθεί ή δεν συμμορφώθηκαν με τους περιορισμούς που επέβαλλε η αστυνομική αρχή η γνώμη μου είναι η ακόλουθη. Καταρχήν η κυβέρνηση ποινικοποιώντας τη συνάθροιση, επαναφέρει το αδίκημα της θρασύτητας κατά της αρχής του άρθρου 171 του προισχύοντος Ποινικού Κώδικα, το οποίο όμως από τη θέση σε ισχύ του νέου Π.Κ. είχε καταργηθεί. Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αναφέρεται ότι οι ανωτέρω πράξεις ανάγονται σε «ιδιώνυμο» αδίκημα. Στη θεωρία γίνεται δεκτό ότι με το ιδιώνυμο έγκλημα αποδίδεται μία ιδιαίτερη ηθικοκοινωνική απαξία [9] της διωκόμενης πράξης. Κατά τη γνώμη μου η συμμετοχή σε διαδήλωση που έχει απαγορευτεί από την αστυνομία ιδίως υπό το νομοθετικό πλαίσιο του κατατεθέντος νομοσχεδίου δεν έχει καμία ηθικοκοινωνική απαξία προδίδει όμως η διάταξη τον εχθρικό τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το δικαίωμα της συνάθροισης ντύνοντας με το μανδύα του ιδιώνυμου μια μη προσβολή εννόμου αγαθού. Ούτε τα υπόλοιπα μορφολογικά χαρακτηριστικά του ιδιώνυμου αδικήματος υφίστανται εν προκειμένω, όμως επί της ουσίας ποιό είναι το βασικό έννομο αγαθό που πλήττεται εφόσον κάποιος διαδηλώνει «ήσυχα και άοπλα» παρά την απαγόρευση της αρμόδιας αρχής, καθώς αν διαδηλωτής υποπίπτει σε βιαιοπραγίες υφίστανται σειρά διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που καλούνται προς εφαρμογή, ήτοι η δημόσια τάξη και ασφάλεια είναι επαρκώς εξοπλισμένη. Κανένα έννομο αγαθό δεν πλήττεται από την ειρηνική συνάθροιση ακόμη και αν έχει απαγορευτεί [10].  Για το λόγο αυτό και το αδίκημα στον προισχύσαντα ποινικό κώδικα είχε τον τίτλο: «θρασύτητα κατά της αρχής» και για το λόγο αυτό σωστά καταργήθηκε με τη θέση σε ισχύ του νέου ποινικού κώδικα. Όπως αναφέρει ο Μανελεδάκης [11] «η πολιτειακή εξουσία δεν αποτελεί κατ’ ακριβολογία έννομο αγαθό σε μια φιλελεύθερου προσανατολισμού σύγχρονη κοινωνία…. αλλά πρόκειται για μέγεθος αναγκαστικής συμπληρωματικής ποινικής προστασίας ως αναγκαίο εξάρτημα του κράτους». Η ποινική προστασία του καταναγκαστικού μηχανισμού αποτελεί εξαιρετικό δίκαιο (δίκαιο της ανάγκης το ονομάζει αλλού) και πρέπει να περιορίζεται στην ποινική καταστολή εκείνων των πράξεων που πράγματι εμποδίζουν το κράτος να λειτουργήσει και να επιβληθεί σε ορισμένη περίπτωση. Με την έννοια αυτή η θρασύτητα κατά της αρχής θα έπρεπε να αποτελεί πταισματική παράβαση για τον παραπάνω συγγραφέα. Συναφώς και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει κρίνει ως δυσανάλογη την επιβολή ποινικών κυρώσεων σε διαδηλωτές με τη σκέψη ότι: «η απλή συμμετοχή σε μια παράνομη αλλά ειρηνική συνάθροιση δεν δικαιολογεί την ποινική δίωξη και καταδίκη και γενικότερα την λήψη ποινικών μέτρων κατά των ενδιαφερόμενων» [12].
 
Μόλις που χρειάζεται να παρατηρηθεί ότι οποιαδήποτε πλημμέλεια που επιδρά στο κύρος της ενδεχόμενης να εκδοθεί στο μέλλον πράξης της αστυνομικής αρχής με την οποία θα απαγορεύεται η συνάθροιση καθιστά νόμιμη την παρουσία και συμμετοχή σε αυτή των διαδηλωτών κατ’ ενάσκηση δικαιώματος (άρθρο 20 Π.Κ.). Έτσι αυτή η πράξη εφόσον εκδοθεί θα πρέπει να είναι ειδικώς και πλήρως αιτιολογημένη, να μην υπερβαίνει την αρχή της αναλογικότητας κατά τη στάθμιση των κινδύνων με το δικαίωμα στη συνάθροιση [13].
 
Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί ιδεολογικά την πολιτική της καταστολής, αναθέτει υπερεξουσίες στην Αστυνομία θωρακίζεται αυταρχικά απέναντι στους πολίτες. Αυτή η πολιτική ενέχει πάντοτε το ρίσκο της αποτυχίας. «Οι διαδηλωτές γύρω στις 10 βλέποντας ότι η αστυνομία τους είχε φράξει το δρόμο ανέστρεψαν αυτή την τακτική κηρύσσοντας ελεύθερη αστυνομίας την περιοχή στην οποία τους είχε περιορίσει στήνοντας οδοφράγματα. Η κυβέρνηση διέταξε χιλιάδες αστυνομικούς “CRS” στις 2 τα ξημερώματα να διαλύσουν με κάθε τρόπο την συγκέντρωση. Η σκληρότερη πάλη στους δρόμους είχε ξεκινήσει. Οι ηγέτες των μεγαλύτερων συνδικαλιστικών ομοσπονδιών της Γαλλίας συναντώνταν αργά το απόγευμα και όσο η κλίμακα των γεγονότων αυξανόταν κάλεσαν σε γενική απεργία την επομένη 13 Μάη» [14]. Η απεργία ήταν η μεγαλύτερη που είχε γνωρίσει ποτέ η Γαλλία, ο Μάης του 68 είχε ξεκινήσει.-
 
 

Γιάννης Πατζανακίδης

 
 
*Δικηγόρος
 
 
 

1 Π.Δ. Δαγτόγλου «Συνταγματικό Δίκαιο – Ατομικά Δικαιώματα» σελ. 714, (2012), Γν. ΕισΠρΘεσσαλ 2/1978,  Αρμ/1979,64, Μανωλεδάκης «Προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας» σελ.  161επ. 
 
2 Μάνεσης σ. 82
 
3 Κ. Χρυσόγονος «Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα» σελ. 481, ΄γ έκδοση
 
4 ΕΔΔΑ Oya Ataman κ. Τουρκίας παρ. 42, Bukta κ. Ουγγαρίας παρ. 37, Asici κ. Τουρκίας, 31-01-2012, παρ. 43-50, Pekaslan κ. Τουρκίας, 20-3-2012, παρ. 79-83, Obote κατά Ρωσίας της 19.11.2019 (αριθ. προσφ. 58954/09), United Trade Union Civil Union και Csorba κατά Ουγγαρίας της 22.5.2018 (αρ. προσφ. 27585/13).
 
5 Βλ. έτσι Μανωλεδάκης: «Το νδ 794/1971 θεσπίζει περιορισμούς χρονικούς, τοπικούς και λειτουργικούς στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι που δεν προβλέπονται και συνεπώς δεν επιτρέπονται στο άρθρο 11 του Συντάγματος, η εξουσιοδότηση του οποίου αναφέρεται μόνο σε διαδικαστικά θέματα απαγόρευσης μια δημόσιας συνάθροισης στο ύπαιθρο. Τέτοιοι περιορισμοί είναι λχ να έχει η συνάθροιση .. πρόεδρο(!), να γνωστοποιείται τουλάχιστον 48 ώρες πριν στην αστυνομική αρχή (άρθρο 3 νδ) να μη γίνεται σε ώρες κοινής ησυχίας (άρθρο 4).
Προβλέπει επίσης λόγους για τη διάλυση των δημόσιων συναθροίσεων πέρα από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 11 παρ. 2 Συντάγματος (ύπαρξη κωλύματος για τη διοργάνωση, μη έγκαιρη  και προσήκουσα γνωστοποίση (άρθρο 7).
 
6 ΕΔΔΑ Hyde Park κ. Μολδαβίας, 31.3.2009 παρ. 26. 
 
7 Α. Μάνεσης «Συνταγματικά Δικαιώματα – Ατομικές Ελευθερίες», σελ. 82, δ΄έκδοση
 
8 Η διατύπωση είναι ευρύτερη από τα «όπλα».
 
9 Χ. Μυλωνόπουλος «Ποινικό Δίκαιο, τ. 1ος», σ. 166, Ν. Ανδρουλάκης «Ποινικό Δίκαιο – Γενικό Μέρος, θεωρία για το έγκλημα σ. 192-193
 
[1]0 «Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς υπαίθριες συναθροίσεις των οποίων η διεξαγωγή χωρίς να αποτελεί αξιόποινη συμπεριφορά θα απειλούσε τόσο σοβαρά την κοινωνικοοικονομική ζωή μιας περιοχής που θα καθιστούσε εύλογη την εκ των προτέρων απαγόρευση της συναθροίσεως». Δαγτόγλου ο.π. 717.
 
11 Ιω. Μανωλεδάκης «Το έννομο αγαθό» ιδίως σελ. 234 -237, (1998)
 
12 (Akgol και Gol κ. Τουρκίας, Glastyan κ. Αρμενίας αναφέρονται σε Η. Καστανά, «Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» σελ. 438, διεύθυνση έκδ. Λ.Α. Σισιλιάνος).
 
13 ΑΠ782/1979 ΝοΒ/1979,1142,ΓνΕισΠρ 2/1978 Αρμ 1979,64, ΠλημΘεσσαλ 3649/1977  Αρμ1979 κ.α.
 
14 Chris Harman, “The fire last time, 1968 and after”, p. 102.


Ετικέτες: Διαδηλώσεις, ΝΔ, Δεξιά. Ακροδεξιά, Δικαιοσύνη, Γιάννης Πατζανακίδης