Ήταν πάντα ζήτημα ζωής και θανάτου

Ήταν πάντα ζήτημα ζωής και θανάτου

  • Ήταν πάντα ζήτημα ζωής και θανάτου

«Όλοι μας έχουμε δει τόσους νεκρούς στον πόλεμο και ξέρουμε ότι πάνω από δύο εκατομμύρια από εμάς έπεσαν αναίτια. Γιατί λοιπόν είμαστε τόσο ταραγμένοι για έναν άνθρωπο, όταν έχουμε πρακτικά ξεχάσει ήδη τα άλλα δύο εκατομμύρια; Ίσως να φταίει ότι όταν πεθαίνει ένας, πρόκειται για θάνατο — ενώ τα δύο εκατομμύρια είναι απλά μία στατιστική».
 
Το παράθεμα από τον Μαύρο Οβελίσκο του Έριχ Μαρία Ρέμαρκ κυκλοφορεί παραχαραγμένο εδώ και δεκαετίες από κείμενο σε κείμενο κι από status σε tweet: «ο θάνατος ενός είναι τραγωδία· ο θάνατος ενός εκατομμυρίου είναι στατιστική». Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, δυτικοί δημοσιολογούντες το απέδιδαν στον Στάλιν ως δείγμα του κυνισμού του. Καθώς όμως η πατρότητά του σταδιακά ξεχνιόταν, τις τελευταίες δεκαετίες έγινε αβασάνιστα χαλίκι στο στόμα μιας καθεστωτικής ρητορείας, γυμνάζοντας τον δημόσιο λόγο υπέρ ενός υποτιθέμενου πραγματισμού και μιας αδίστακτης realpolitik που προέτασσε την ευημερία των αγορών με μία ολοένα και πιο κατασταλτική λογιστική.
 
Αυτή τη στιγμή ο κορονοϊός έχει σκοτώσει 21031 ανθρώπους στον κόσμο. Είναι πολύ περισσότεροι από έναν και πολύ λιγότεροι από ένα εκατομμύριο. Κι ενώ η πλειοψηφία των ανθρώπων απαιτεί όλο και πιο ηχηρά να το βιώσουμε ως τραγωδία, η αυξητική πορεία των θανάτων σπρώχνει τα θύματα όλο και πιο βαθιά στην ενδοχώρα της επικράτειας των αριθμών.
 
Στην αρχή, μάθαμε το όνομα του πρώτου νεκρού από κορονοϊό στην Ελλάδα: λεγόταν Μανώλης Αγιομυργιαννάκης, ήταν 66 ετών, είχε γεννηθεί στην Κρήτη και ζούσε στην Αμαλιάδα της Ηλείας. Ήταν καθηγητής Μαθηματικών και οργανωμένος από το 1974 στο ΠΑΣΟΚ με το οποίο είχε εκλεγεί Περιφερειακός Σύμβουλος. Η Φώφη Γεννηματά τον αποχαιρέτησε σε προσωπικό τόνο, ενώ το ίδιο έκαναν και οι πρώην μαθητές του.
 
Σταδιακά, τέτοιες προσωπικές ιστορίες αντικαταστάθηκαν από μία άχαρη τριπλέτα δεδομένων: νοσοκομείο στο οποίο κατέληξε ο παθών — ηλικία — επάγγελμα. Στους 28 νεκρούς, ακόμα και η ακόρεστη δίψα των ΜΜΕ για κάθε είδους παραβίαση της ιδιωτικότητας αρχίζει να μην επαρκεί να τους δώσει ανθρώπινη υπόσταση. Σιγά-σιγά, η καθημερινή μας ενημέρωση επικαλύπτεται από μία οπτικοποίηση δεδομένων: μία ανοδική καμπύλη κρουσμάτων και θανάτων με soundtrack τα στρατιωτικής χροιάς κελεύσματα της κυβέρνησης δια στόματος του υφυπουργού Πολιτικής Προστασίας. Και ναι, η κυβέρνηση Μητσοτάκη ακόμα αποδέχεται τους νεκρούς ως τραγωδία· αλλά είναι μία τραγωδία έκτακτη, παροδική, μία τυχαία συσσώρευση θανάτου σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα που στον βαθμό που έχει υπαίτιους, αυτοί είναι απλά οι κατά φαντασίαν παραβάτες ενός αναίτιου στρατιωτικού νόμου.
 
Όμως αυτή η τακτική έχει όρια και δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός ότι η τομή που συντελείται αυτές τις μέρες δεν έχει να κάνει με τον κορονοϊό, αλλά με την κοινωνικοποίηση της εμπειρίας του θανάτου στα υποβαθμισμένα Εθνικά Συστήματα Υγείας. Όλες οι αόρατες ιστορίες του παρελθόντος, για πρόσωπα που χάσαμε μέσα σε νοσοκομεία όπου οι εφημερίες θύμιζαν εμπόλεμες ζώνες, για τηλέφωνα που πήραμε στο 166 περιμένοντας μάταια ασθενοφόρα που δεν εμφανίστηκαν ποτέ, για καρκινοπαθείς που υποτροπίαζαν στερούμενοι τη φαρμακευτική τους αγωγή, για αιφνίδιους θανάτους που προκλήθηκαν από χρόνια νοσήματα τα οποία έμειναν χωρίς περίθαλψη, είναι πια γεγονότα που κλείνουμε τα μάτια και τα ζούμε σε αναπαράσταση, ακόμα κι αν δεν έτυχε να ξέρουμε τα πρόσωπα που τα υπέστησαν όλα αυτά τα χρόνια.
 
Κι άπαξ και ξεκινήσει να λειτουργεί, αυτή η ενσυναίσθηση μπορεί να δει και άλλα πράγματα. Η λιτότητα που επέβαλε ο Ντέιβιντ Κάμερον στο Ηνωμένο Βασίλειο τον έκανε τον πρώτο πρωθυπουργό που μείωσε το προσδόκιμο ζωής στη μεταπολεμική Ιστορία της χώρας του. Από την κρίση του 2008 και μετά, οι καμπύλες με τα ποσοστά θανάτου στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης ακολουθούν μία σταθερά ανοδική πορεία.
 
Αρκεί να δώσουμε πρόσωπα σ’ αυτή τη στατιστική αύξηση, να τη δούμε ως μία ανθολογία τραγωδίας, φτιαγμένη από προσωπικές ιστορίες που είδαν τις ζωές τους να παρακμάζουν κάτω από τον άγριο καλπασμό του νεοφιλελευθερισμού, τα σώματά και την υγεία τους να φθίνουν σταδιακά προτού βρουν έναν άδικο, παραγνωρισμένο θάνατο που δεν υπάγεται στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αλλά έχει ενσωματωθεί βίαια σ’ αυτό που γίνεται αποδεκτό ως «κανονικότητα». Μπορούμε να σκεφτούμε την αγωνία των τελευταίων τους στιγμών και το πένθος των κοντινών τους ανθρώπων, την υπέρογκη λύπη τους που δεν μπορούσε να εξηγήσει τις αιτίες της απώλειας, καθώς η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής τους κι η παραμέλησή της υγείας τους ήταν κανονικά κατανεμημένη στην πλειοψηφία της κοινωνίας που πλήρωσε την κρίση, προκαλώντας της έναν νοσηρό μιθριδατισμό.
 
Ακόμα περισσότεροι, δε, είναι οι νεκροζώντανοι αυτής της θανατοπολιτικής. Επιζώντες που στερήθηκαν το δικαίωμα σε μία κανονική ζωή με τις χαρές και τις λύπες της, κατεσταλμένοι από την αποξένωση και παραδομένοι σε μία απάθεια, το μόνο πραγματικά επιτρεπτό συναίσθημα στην εποχή του καπιταλιστικού ρεαλισμού. Ανάπηροι κλήθηκαν να παλέψουν τις ζωές τους με ένα ισχνό επίδομα χωρίς καμία μέριμνα για τις ανάγκες τους να ζήσουν μία πλήρη ζωή, με δουλειά, κοινωνικότητα, προσωπική καλλιέργεια. Πληρώνοντας το τίμημα της ασύδοτης επέκτασης των αγορών σε όλες τις σφαίρες της καθημερινότητας, βρέθηκαν εκατομμύρια άνθρωποι να έχουν απωλέσει ανεπιστρεπτί το δικαίωμά τους στη ζωή, ζώντας σε χρόνους χωρίς κίνηση, πρόοδο, χαρές και λύπες — μικροί θάνατοι σε μεγάλη κλίμακα, ποιοτικά στοιχεία που δύσκολα εντοπίζονται στις στατιστικές.
 
Ο θάνατος δεν σταμάτησε στους ντόπιους που υπέστησαν την κρίση. Άλλωστε, το τελευταίο επεισόδιό της εξάπλωσής του παιζόταν ακόμα στα πρωτοσέλιδα και τα τηλεοπτικά σούπερ μέχρι και την τελευταία στιγμή πριν την έναρξη της καραντίνας, στον Έβρο και τη Λέσβο, όπου μια προχωρημένη αποκτήνωση με κρατική αιγίδα και παρακρατικούς βραχίονες ζητούσε όλο και περισσότερο αίμα προσφύγων και μεταναστών.
 
Η ίδια η αριθμητική είναι τρομακτική: 20040 είναι μόνο οι άνθρωποι που έχουν χαθεί στη Μεσόγειο από το 2014 και μετά. 20040 εμπειρίες ανθρώπων που αφού κατέβαλαν προσπάθειες με όλες τους τις δυνάμεις να παλέψουν τα κύματα, παραδόθηκαν σε αυτά. Όταν άρχισαν να βουλιάζουν, δεν σκέφτονταν πώς θα απειλήσουν τον θλιβερό ευρωπαϊκό τρόπο ζωής. Πιθανότατα θα σκέφτηκαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα που μπορεί να ήταν μαζί τους και αδυνατούσαν να τα προστατεύσουν και τη ζωή που είχαν ζήσει με τις χαρές και τις φρίκες της. Καθώς βυθίζονταν και έφευγαν από το βλέμμα τους σταδιακά το φως και τα χρώματα της επιφάνειας, θα τους ήρθε στιγμιαία μία φρούδα ελπίδα για ένα θαύμα που θα τους διέσωζε και ένας εξίσου στιγμιαίος συμβιβασμός με τη μοίρα τους, προτού χάσουν το οξύγονο τους και παραδοθούν αναίσθητοι στην άβυσσο.
 
Αν υπήρξε ένα -κάπως επώδυνο- όφελος που ήρθε από την κρίση του κορονοϊού και την επακόλουθη κοινωνικοποίηση του θανάτου, είναι ότι ξεκλείδωσε τη δυνατότητα κάθε οργάνωση της κοινωνίας να μεταφράζεται μπροστά στα μάτια μας από στατιστική σε τραγωδία. Ήδη, οι πάλαι ποτέ νεοφιλελεύθεροι της τρίτης ηλικίας που ξαφνικά είδαν τους εαυτούς τους να υπάγονται στις ευπαθείς ομάδες, μπροστά στον φόβο του θανάτου, άρχισαν να εκτιμούν το κοινό αγαθό της υγείας και ενώθηκαν με τα αιτήματα για προσλήψεις και χρηματοδότηση στο ΕΣΥ. Όμως απ’ τη στιγμή που ξεκλειδώθηκε αυτός ο τρόπος θέασης των πραγμάτων, δεν μπορεί να περισταλεί σε ένα τέτοιο μερικό αίτημα. Όταν ξαναβγούμε στην επιφάνεια, το σύνθημα θα έπρεπε να είναι: ζωή, υγεία, χαρά, δημιουργικότητα, μία κοινότητα για όλους. Προσωπικές ιστορίες μιας αξιοπρεπούς μακροζωΐας, όχι στατιστικές. Τώρα ξέρουμε ότι ήταν πάντα ζήτημα ζωής και θανάτου.
 
 

Γιάννης-Ορέστης Παπαδημητρίου

 

#


Ετικέτες: Ελλάδα, Κορονοϊός, ΕΣΥ, Υγεία, Νεοφιλελευθερισμός