INFERNO, A PASSIONATE LOVE STORY WITH JUST ONE LOVE SCENE

INFERNO, A PASSIONATE LOVE STORY WITH JUST ONE LOVE SCENE

  • INFERNO, A PASSIONATE LOVE STORY WITH JUST ONE LOVE SCENE

(για τους εξ αποστάσεως έρωτες που δυστυχώς είναι πάλι επίκαιροι)

 

Ο Χρήστος πέθανε το 2017, στα 60 του. Πέθανε από καρκίνο. Μάλλον όχι ακριβώς. Πέθανε από θανατηφόρα δόση της ένεσης που χορήγησε μόνος του στον εαυτό του σε δωμάτιο ξενοδοχείου στην Ελβετία. Ήταν από τους ελάχιστους ασθενείς από την Ελλάδα, σε τελευταίο στάδιο καρκίνου, που κατάφερε, μέσω Γαλλίας, να έρθει σε επαφή με ομάδα υποβοηθούμενου θανάτου στην Ελβετία. Το να τερματίσεις τη ζωή σου αξιοπρεπώς, παρά να τη ζήσεις αναξιοπρεπώς μέσα σε αφόρητους πόνους, θα έπρεπε να είναι δικαίωμα όλων των ασθενών. Αλλά, τότε, στον εκτεταμένο ευρωπαϊκό μεσαίωνα, το δικαίωμα αυτό ήταν ακόμη αδιανόητο. Γι’ αυτό όλη η διαδικασία γινόταν μυστικά, παράνομα (να αυτοκτονήσεις παράνομα: μια τερατώδης αναξιοπρέπεια που επέβαλε το καθεστώς στους πιο δυστυχισμένους ανθρώπους).


Ο φίλος του, ο Στέλιος, είχε καταφέρει να βρει την άκρη και να επικοινωνήσει με την ομάδα στη Ζυρίχη. Ο άνθρωπος που στάλθηκε από εκεί συζήτησε για πολλές μέρες με τον Χρήστο, μέχρι να καταλήξουν και οι δύο ότι δεν υπάρχει πλέον κανένα μέλλον, κανένα νόημα για τον Χρήστο να συνεχίσει να ζει. Ο απεσταλμένος και ο Στέλιος ήταν αυτοί που συνόδευσαν τον Χρήστο πρώτα στη Γαλλία και μετά στη Ζυρίχη. Εκεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, όταν ο Χρήστος πατούσε το κουμπί για να ενεργοποιηθεί το κοκτέιλ για τον ανώδυνο θάνατο σκεφτόταν μόνο τις δύο μεγάλες αγάπες της ζωής του. Δυστυχώς και οι δύο ήταν μακριά του τα τελευταία χρόνια. Και αυτό το πικρό κοκτέιλ του φαινόταν σίγουρα πιο δολοφονικό από το άλλο, που τελικά σταμάτησε την καρδιά του.


Η μια του αγάπη ήταν η κόρη του. Τη Μάγδα την είχε μεγαλώσει ουσιαστικά ο ίδιος μόνος του από πολύ νωρίς. Η σύζυγός του, με πολλά ψυχολογικά προβλήματα και εξάρτηση από αλκοόλ, τους εγκατέλειψε κάποια στιγμή πηγαίνοντας με κάποιον άλλο. Τότε η Μάγδα ήταν 8 χρόνων και από τότε ο Χρήστος την είχε υπό την επιμέλειά του ως μπαμπάς και μαμά ταυτόχρονα. Αυτό το καθήκον ήταν εξαιρετικά δύσκολο, καθώς ως free lancer τηλεοπτικός ρεπόρτερ έπρεπε συχνά να ταξιδεύει σε διάφορα μέρη του κόσμου. Κατάφερε τελικά να βρει μόνιμη δουλειά σε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα και να ζήσουν εκεί κάποια χρόνια με τη Μάγδα. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που ο Χρήστος έμαθε να μαγειρεύει -και να μαγειρεύει καλά. Η μικρή έπρεπε να φάει σπιτικό φαγητό (έτσι κι αλλιώς εκεί, σε αυτή την πόλη του φωτός, το φαγητό έξω ήταν πολύ ακριβό). Έτσι ο Χρήστος αναζήτησε συνταγές και σκεύη. Αλλά επειδή ήταν και στη χώρα του καλού φαγητού, ο Χρήστος έμαθε να μαγειρεύει γκουρμέ, φτάνοντας μάλιστα σε επίπεδα μοριακής γαστρονομίας.


Όταν οι δυο τους γυρίσανε στην Ελλάδα, ο Χρήστος ήταν σχεδόν φτασμένος σεφ, έχοντας παρακολουθήσει σεμινάρια δίπλα σε πασίγνωστα ονόματα του χώρου. Όμως ενώ το ζήτημα του φαγητού είχε λυθεί με λαμπρό τρόπο, ανέκυψε άλλο πρόβλημα: η Μάγδα είχε παρουσιάσει ψυχολογικά προβλήματα, πιθανόν τραυματικά από την εποχή της κοινής συμβίωσης με τη μαμά, και τώρα, ως έφηβη, χρειαζόταν ιατρική παρακολούθηση. Και αυτό το ζήτημα ο Χρήστος το αντιμετώπισε με υπομονή και ψυχραιμία, πράγματα σπάνια για άνδρα. Όμως εκείνο που δυσκόλευε την κατάσταση ήταν οι συνεχείς παρενοχλήσεις της μητέρας της Μάγδας. Ήταν αυτές οι αιφνιδιαστικές επισκέψεις και τα τηλεφωνήματα που κατέστρεφαν εν μια νυκτί ό,τι έκτιζε ο Χρήστος με τη Μάγδα το υπόλοιπο διάστημα στις ιατρικές συνεδρίες που παρακολουθούσαν (η ανάγκη εξοικονόμησης χρημάτων για αυτές τις συνεδρίες ήταν που τον οδήγησαν στο να πουλήσει το αυτοκίνητό του, εκείνο που του άρεσε πάντα τόσο πολύ και είχε αποκτήσει με πολλές οικονομίες).


Η άλλη αγάπη του Χρήστου ήταν η Έλενα, μια γυναίκα αρκετά νεότερή του. Τη γνώρισε από το σινάφι των δημοσιογράφων σε κάποια προεκλογική εκδήλωση της παράταξης όπου ανήκε ο Χρήστος στην ΕΣΗΕΑ. Τον πρώτο καιρό είχαν μια απολύτως τυπική σχέση. Βρίσκονταν τυχαία 2-3 φορές το χρόνο. Όμως κάτι οι κοινοί προεκλογικοί αγώνες στο σωματείο, κάτι ότι είχαν γίνει φίλοι στο facebook, τους έκανε να έρθουν πιο κοντά, με αποκλειστικά φιλικό τρόπο βέβαια.


Μα τα μηνύματα που αντάλλασσαν άρχισαν να γίνονται όλο και πιο πυκνά. Και ήταν πολύ διασκεδαστικά τελικά, αφού αντάλλασσαν αστεία και πειράγματα σε ένα όλο και πιο συντονισμένο μήκος κύματος. Κάποτε η Έλενα του έγραψε, σχολιάζοντας ένα κείμενό του στην επιφυλλίδα εφημερίδας όπου δούλευε ο Χρήστος: «Έχω διανοητικά παραληρήματα. Ποτέ δεν μπορώ να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Γι’ αυτό όταν γράφεις, το θαυμάζω. Σκέψεις σε σειρά με επιχειρήματα και με όμορφες λέξεις όταν το θέλεις».


Η επικοινωνία μέσω facebook αφορούσε μια μεγάλη γκάμα ζητημάτων. Και ασφαλώς αφορούσε και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Έλενα εξαιτίας των αποκαλυπτικών της ρεπορτάζ για τη διαφθορά στο χώρο του σωματείου και τη διαπλοκή με την εργοδοσία του καναλιού όπου δούλευε. Βέβαια αυτή η δουλειά της, ενώ της είχε επιφέρει προβλήματα, την είχε παράλληλα καταξιώσει στα μάτια εκατοντάδων συναδέλφων της που «έβλεπαν» αλλά δεν άντεχαν οι ίδιοι να αναλάβουν το βάρος της ενυπόγραφης αποκάλυψης.


Όμως ο αμοιβαίος θαυμασμός μετατράπηκε, μάλλον αναμενόμενα σε κάτι πιο ερωτικό. Τα ίδια τα μηνύματα άλλαξαν συχνότητα και χαρακτήρα. Το καθημερινό «καλημέρα» ήταν μόνο ένα παράδειγμα αυτής της τρυφερότητας που αναπτυσσόταν.


Βέβαια, το να προχωρήσει αυτή η σχέση ήταν αδύνατον. Η Έλενα ήταν παντρεμένη και είχε και ένα παιδί, τον Τάσο, που τον είχε κάνει πολύ μικρή. Ήταν ευτυχισμένη μέσα στην οικογένειά της.


Ωστόσο, η ίδια η επικοινωνία άρχισε να πιέζει αμφότερα τα μέρη σε κάποιου είδους φυσική επαφή. Έτσι ξεκίνησαν κάποια ιδιότυπα «ραντεβού»: κανόνιζαν να βρεθούν –είτε δήθεν τυχαία είτε προγραμματισμένα– σε συγκεντρώσεις, σε τραπέζια ή και σε εξόδους άλλων συναδέλφων ή κοινών φίλων. Φυσικά δεν είχαν καμία άλλη φυσική επαφή πλην της χειραψίας και του τυπικού φιλιού στο μάγουλο, κι αυτό σπάνια. Η συνομιλία τους ήταν δημόσια και φυσικά γενικού χαρακτήρα. Μα όλα αυτά ακριβώς δυνάμωναν ένα πάθος που υπόφωσκε. Όχι ισόμετρα, αλλά σίγουρα και στις δύο πλευρές.


Κάποτε η Έλενα έγραψε στο Χρήστο ένα μήνυμα που περιέγραφε όλα τα συναισθήματα που ένιωθε εκείνη: «Θέλω τόσο πολύ να το απολαύσω αλλά δεν μπορώ. Δεν μου αρέσει να λέω ψέματα. Σε κανέναν. Δεν μου αξίζει. Ούτε και σε σένα… Σε κανέναν. Ήθελα πολύ να σε ξαναδώ. Έψαχνα μια δικαιολογία για μένα… Ακόμη το θέλω».


Το 2016 υπήρξε ένα καθοριστικό «ραντεβού». Είχαν βγει με μεγάλη παρέα σε μεζεδοπωλείο των βορείων προαστίων. Πράγμα σπάνιο, η Έλενα επέλεξε να κάτσει δίπλα στον Χρήστο. Ήταν κι άλλες φορές που ο Χρήστος ήθελε να αγγίξει τα χέρια ή το μάγουλο της Έλενας, αλλά πάντα πειθαρχούσε στις ανάγκες της αξιοπρέπειας και της αμοιβαίας «σύμβασης» που είχαν. Εξάλλου ο δημόσιος χαρακτήρας του «ραντεβού» αυτό ακριβώς εξασφάλιζε: να μην υπάρξει καμία παρεκτροπή. Συνήθως του Χρήστου του αρκούσε το υπέροχα αισιόδοξο χαμόγελο της Έλενας («μου αρέσει πολύ να χαμογελάς, θέλω να σε κάνω διαρκώς να χαμογελάς», της έγραφε συχνά στα μηνύματα) και η Έλενα από τη μεριά της «κατανάλωνε» τις ρητορείες του Χρήστου, μαθαίνοντας διαρκώς πράγματα από αυτόν.


Όμως το ίδιο πρωί που έγινε το «ραντεβού» στο μεζεδοπωλείο, η πρώην σύζυγος του Χρήστου είχε «επιδράμει» στο σπίτι του εν τη απουσία του και είχε αναστατώσει, ως συνήθως, την κόρη τους με την παρανοϊκή κακία της. Μετά την εκδίωξη της εισβολέως, η Μάγδα χρειάστηκε ιατρική βοήθεια επειγόντως και ευτυχώς προσέτρεξε η ψυχίατρος που την παρακολουθούσε. Ο Χρήστος κουβαλούσε αυτή την αναστάτωση στο «ραντεβού» στο μεζεδοπωλείο. Ταυτόχρονα είχε ήδη καταναλώσει μια σεβαστή ποσότητα κρασιού. Και ήταν δίπλα στην Έλενα. Αυτοί οι τρεις παράγοντες είχαν αρχίσει να συνωμοτούν ενάντια στην πειθαρχημένη εγκράτειά του. Την έβλεπε να του μιλά και να γελά, να του κάνει μικρά –αθώα– νάζια, να τον κοιτά στα μάτια. Μέσα του έκαιγε ήδη μια κόλαση φωτιάς: Ινφέρνο, το είπε μόνος του αργότερα, χρησιμοποιώντας τη λέξη του Δάντη. Ήθελε να περάσει τα δάχτυλά του πίσω από λαιμό της Έλενας. Να ακουμπήσει με τον δείκτη του τη συμβολή των χειλιών της, να χαϊδέψει με το εξωτερικό μέρος της παλάμης το υπέροχο πηγούνι της. Με πείσμα κρατήθηκε ενάντια στο εσωτερικό Ινφέρνο. Το σώμα του όμως επαναστατούσε. Το σώμα είχε ξεχάσει την ηλικία του και ζητούσε με εφηβική μανία αυτό που ο εγκέφαλος του περιέγραφε ως παράδεισο μέσα από τα τόσα μηνύματα που είχαν ανταλλαχθεί με τον εγκέφαλο του άλλου σώματος, που τώρα ήταν εκεί, παρόν, αμείλικτα παρόν. Έγειρε προς το μέρος της και ταυτόχρονα το αριστερό του χέρι, κάτω από το τραπέζι, έφτασε το πάνω μέρος του μηρού της. Πέρασε ένα δευτερόλεπτο. Μετά κι άλλο. Τον μηρό της πάνω από το παντελόνι της τον είχαν αγγίξει μόλις δύο δάχτυλά του, όταν ακούστηκε μια κραυγή: «Ε, όχι!», φώναξε η Έλενα και τραβήχτηκε βίαια προς τα πίσω. Γύρισαν κάποιοι και κοίταξαν, μα μάλλον δεν κατάλαβαν. Ο Χρήστος κοκκίνισε περισσότερο κι από την εντεύθεν της ψωμιέρας πατζαροσαλάτα. Δεν τόλμησε καν να κοιτάξει την Έλενα στο πρόσωπο. Η βραδιά συνεχίστηκε το ίδιο τυπικά όπως είχε ξεκινήσει. Αλλά μάλλον όλα είχαν αλλάξει.


Μετά το ραντεβού, ο Χρήστος έστειλε στην Έλενα κάτι που της είχε υποσχεθεί σχετικά με τη δουλειά της και αυτή απάντησε με μεγάλη κόκκινη καρδούλα, όπως έκανε πολλές φορές στις ανταπαντήσεις της στον Χρήστο. Αυτή τη φορά ο Χρήστος της ζήτησε να μην το ξανακάνει γιατί πονάει. Ταυτόχρονα προσπάθησε να απολογηθεί με ένα τρόπο που να ελαφρύνει το κλίμα –φυσικά εντελώς αδέξια και εντελώς αποτυχημένα: «Συγνώμη που δεν έλεγξα το σώμα μου. Τι να κάνουμε… Έτσι βγαίνουμε από το εργοστάσιο. Τα παράπονά σου στη διεύθυνση».


Η Έλενα απάντησε: «Δεν φταις εσύ. Εγώ φταίω. Δεν έπρεπε από την αρχή να παρασυρθώ και να το κάνω. Συγνώμη. Ήταν τόσο όμορφο, δεν ήθελα να αντισταθώ. Σήμερα, μόλις κατάλαβα ότι με ακούμπησες, ντράπηκα πάρα πολύ. Τα μάγουλά μου πήραν φωτιά. Δεν μπορώ ούτε κι εγώ να το συνεχίσω άλλο. Όμως ήταν δώρο. Όχι που με ακούμπησες, αλλά που ένιωσα έτσι γενικά. Δεν ήθελα να σε κάνω να νιώσεις άσχημα. Δεν έφταιγες εσύ. Σκατά τα έκανα εν ολίγοις. Συγνώμη».


Ο Χρήστος απάντησε: «Δεν έχω ξανανιώσει τόσο ερωτικά για κάποια γυναίκα χωρίς να την έχω αγγίξει. Και δεν φταίει κανείς. Αντίο, Έλενα».


Η Έλενα απάντησε: «Αντίο, Χρήστο. Ομοιοπαθής».


Ο Χρήστος ανταπάντησε: «Πολύ σκληρό “αντίο” ανταλλάξαμε. Ακόμη και ως “αντίο” άξιζε κάτι καλύτερο για τα τόσο πολλά που ανταλλάξαμε. Για την εμπιστοσύνη και την τρυφερότητα…».


Έλενα: «Δεν το πίστεψα ούτε κι εγώ, αλλά νομίζω σε στενοχώρησα με τη διφορούμενη συμπεριφορά μου και δεν ήθελα να σε ενοχλήσω άλλο. Άθελα μου όμως, να το ξέρεις.
Ίσως ήθελε δύο τόνους το Άθελα».


Χρήστος: «Ήθελε. Είπα ότι δεν φταίει κανείς. Απλώς δεν έχω ξανακουμπήσει γυναίκα παρά τη θέλησή της σε όλη μου τη ζωή. Και φρίκαρα κάπως. Με μένα φρίκαρα».


Έλενα: «Το κατάλαβα αλλά δεν υπάρχει λόγος. Κι εγώ έπαθα σοκ και κάηκα. Αλλά όχι επειδή με ακούμπησες άθελά μου. Δεν λέω κάτι άλλο τώρα γιατί μετά το σκίζουμε».

Τελικά αποφάσισαν να αποσύρουν τα «αντίο». Προσωρινά…


Έγραψαν:


Χρήστος: «Η αποτοξίνωση θέλει ένα διάστημα. Αλλιώς καταλήγει ο ασθενής-εξαρτημένος. Αν και αυτή η τοξίνη ήταν καλή».


Έλενα: «Χα, χα, χα, χαα»


Χρήστος: «Επιτέλους, ξαναγέλασες»


Έλενα: «Αναζωογονητική [σ.σ.: η τοξίνη]. Πως να μη γελάσω. Δεν έχω ξανασυναντήσει άνθρωπο σαν εσένα. Με κάνεις να νιώθω υπέροχα. Το πως ήθελε τόνο… Χα, χα, χα, χαα…».


Κι όμως ούτε ξαναμίλησαν και, πολύ περισσότερο, ούτε ξαναβρέθηκαν.


Σχεδόν ένα χρόνο μετά ο Χρήστος διαγνώστηκε με καρκίνο του πνεύμονα. Δεν είπε τίποτε στην κόρη του γιατί σίγουρα αυτό θα επιβάρυνε την ήδη τραυματισμένη ψυχολογική της κατάσταση.


Ο τρόπος που το πάλεψε -δεν είχε και πολλούς όπως αποδείχθηκε ιατρικά- ήταν να γράψει ένα βιβλίο, ένα μικρό βιβλίο. Θέμα του, η σχέση του με την Έλενα. Φυσικά με παραλλαγμένα ονόματα και φανταστικές ιστορίες. Το ονόμασε «Ινφέρνο». Είναι αλήθεια ότι η συγγραφή του βιβλίου του έδωσε κίνητρο ζωής. Έφτασε μέχρι το σημείο να τυπώσει ένα αντίτυπο, στο δικό του εκτυπωτή. Ήθελε να το στείλει στην Έλενα.


Ο Χρήστος ήταν για εξετάσεις στο νοσοκομείο, όταν η πρώην σύζυγός του παραμόνεψε έξω από την πόρτα του διαμερίσματός του, ενεδρεύοντας τη Μάγδα. Όταν το κορίτσι γύρισε από το σχολείο, μπήκε μαζί του βίαια στο σπίτι εκτοξεύοντας, κατά τα συνηθισμένα, κατάρες κατά του Χρήστου και της οικογένειάς του. Το κορίτσι έπαθε πραγματικό σοκ. Αδιαφορώντας για την υγεία της Μάγδας, η πρώην σε κατάσταση αμόκ, κατέστρεψε πράγματα στο σπίτι του Χρήστου (δεν ήταν η πρώτη φορά), αλλά το χειρότερο ήταν ότι βρήκε το βιβλίο για την Έλενα. Το δολοφονικό της ένστικτο το εντόπισε αμέσως και σχεδόν ταυτόχρονα κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο. Τις επόμενες ημέρες κάποιες σελίδες του έπλεαν στο Σαρωνικό. Όποιες έφτασαν μέχρι εκεί…


Όταν έφτασε αλαφιασμένος στο σπίτι ο Χρήστος τόσο η Μάγδα όσο και η πρώην είχαν φύγει. Η Μάγδα του έστειλε έπειτα από ημέρες ένα SMS ότι είναι καλά, ότι θα μείνει στον φίλο της στην Πάτρα και ότι δεν αντέχει άλλο τις εισβολές της μητέρας της. Την ημέρα του SMS ο Χρήστος πήρε τα αποτελέσματα των εξετάσεων από τον γιατρό που τον παρακολουθούσε. Ο Χρήστος ξέσπασε σε γοερά κλάματα. Ασταμάτητα. Ο γιατρός προσπάθησε να τον παρηγορήσει λέγοντας ότι υπάρχει πειραματική θεραπεία στις ΗΠΑ. Όμως ο Χρήστος έκλαιγε τώρα ακόμη πιο δυνατά. Ο γιατρός δεν ήξερε ότι αιτία των λυγμών δεν ήταν ο επερχόμενος θάνατος του ασθενούς του. Πώς να το ξέρει άλλωστε…


Η Έλενα δεν είχε μάθει για την ασθένεια και πολύ περισσότερο για τον υποβοηθούμενο θάνατο του Χρήστου. Είχε μόνον ακούσει ότι ο Χρήστος είχε πάει κάποια στιγμή στο Παρίσι. Η ανάμνησή του είχε θολώσει στο μυαλό της.


Ήταν ένα πρωινό του Ιανουαρίου 2018 όταν στο messenger της Έλενας έφτασε ένα μήνυμα. Αποστολέας ήταν ο Χρήστος. Έγραφε μόνον: «Καλημέρα».


Μικρό σοκ. Μετά σκέψη. Μετά ταχυπαλμία. Η Έλενα ήταν εξαιρετικό δείγμα ευγενούς ανθρώπου. Γι’ αυτό απάντησε:


«Καλημέρα και σε σένα, Χρήστο. Τι κάνεις;».


Πέρασε μια μέρα χωρίς απάντηση. Μετά ήρθε απάντηση:


«Καλά. Χαμογελάς λιγάκι;».


Ταχυπαλμία. Απάντησε: «Μάλλον. Πού είσαι;»


«Στο Παρίσι», ήρθε η απάντηση.


«Πώς με θυμήθηκες;» ρώτησε η Έλενα.


«Σε θυμάμαι πάντα. Έγραψα κι ένα βιβλίο για σένα. Θα φαντάζεσαι τον τίτλο…».

Total reboot. Έγχρωμα παρδαλά έντομα στο στομάχι…


«Ινφέρνο…», ρώτησε, ή μάλλον απάντησε, η Έλενα.


Ανταλλάχθηκε μια σειρά μηνυμάτων σε όλο και πιο θερμό κλίμα, αλλά πάντα με το παραδοσιακό χιούμορ που χαρακτήριζε τις μεταξύ τους συνομιλίες.


Κάποια στιγμή, η Έλενα του έγραψε: «Νομίζω πρέπει να ιδωθούμε. Νομίζω θέλω να έρθω στο Παρίσι».


Η Μάγδα κοίταξε τώρα σαστισμένη το μήνυμα στον υπολογιστή. Σε παράλληλη οθόνη είχε ανοιγμένο το βιβλίο του πατέρα της για την Έλενα. Το είχε ανασύρει μέσα από τον υπολογιστή του πατέρα της όταν, μετά τον θάνατό του γύρισε στο σπίτι. Και από αυτό συμβουλευόταν για να γράφει, ως Χρήστος, στην Έλενα. Όμως δεν υπήρχε συμβουλή για την τελευταία ερώτηση. Το Παρίσι ήταν μια καλή δικαιολογία για να μην υπάρξει ποτέ συνάντηση. Τώρα; Τώρα δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Έτσι κι αλλιώς κατάλαβε πόσο άδικο ήταν για την Έλενα αυτό το παιχνίδι.


Οι δυο τους, η Έλενα και η Μάγδα, συναντήθηκαν σε ένα μπαράκι στην Αθήνα. Ο Χρήστος δεν είχε ταφεί, ώστε το ραντεβού να γίνει στο μνήμα του. Είχε αφήσει ως παραγγελιά η σορός του να καεί, και ο Στέλιος, ο φίλος που τον είχε συνοδέψει στην Ελβετία, είχε πρόθυμα εκτελέσει την τελευταία του επιθυμία.


Η Μάγδα παρέδωσε στην Έλενα το βιβλίο του Χρήστου, το «Ινφέρνο», όπως το τύπωσε και το φιλοτέχνησε η ίδια. Τις παρέδωσε επίσης και τις σημειώσεις με τις συνταγές που είχε φτιάξει ο ίδιος διαχρονικά από τότε που άρχισε να ασχολείται με τη μοριακή γαστρονομία. Ήπιαν από ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Φυσικά Μαλμπέκ, το αγαπημένο του Χρήστου. Η Έλενα προσκάλεσε τη Μάγδα για φαγητό στο σπίτι της, πράγμα που η Μάγδα αποδέχθηκε ευχαρίστως. Πήγε στο σπίτι της Έλενας μετά από μία εβδομάδα. Εκεί, η Μάγδα γνώρισε τον γιο της Έλενας, τον Τάσο.


Τρεις μήνες μετά από αυτό το ραντεβού η Μάγδα και ο Τάσος ξάπλωσαν γυμνοί και χάρισαν απροσδόκητα συσσωρευμένο –για την ηλικία τους– έρωτα ο ένας στον άλλο. Ήταν ξημερώματα της 15ης Απριλίου του 2018. Κι ακόμη ο υποβοηθούμενος θάνατος ήταν παράνομος στην Ευρώπη του εκτεταμένου Μεσαίωνα…

 

 

Πέτρος Τσάγκαρης


Ετικέτες: Διηγήματα, Λογοτεχνία, Πέτρος Τσάγκαρης