Καπιταλιστική βαρβαρότητα ή Ανατροπή; *

Καπιταλιστική βαρβαρότητα ή Ανατροπή; *

  • Καπιταλιστική βαρβαρότητα ή Ανατροπή; *

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, μια δεύτερη τρομοκρατική επίθεση μετά από αυτήν της 11/9/2011,  σημειώθηκε στην καρδιά της Νέας Υόρκης. Αυτή τη φορά, αντί για τους Δίδυμους Πύργους κατέρρευσε η Lehman Brothers, ενώ πολλοί ακόμη «ουρανοξύστες» της αμερικανικής και παγκόσμιας οικονομίας σώθηκαν στο παρά πέντε. Το σοκ, ωστόσο, υπήρξε εξίσου μεγάλο, ενώ χιλιάδες ήταν και τα θύματα, σε πρώτο και σε δεύτερο χρόνο: άνεργοι, φτωχοί, άστεγοι, ανασφάλιστοι, χρεοκοπημένοι, οικονομικοί μετανάστες. Όπως και την πρώτη φορά, το μπαμ ακούστηκε σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, ενώ σηματοδότησε την έναρξη μιας σταυροφορίας του κεφαλαίου και των κυβερνήσεών του, με διττό στόχο: Αφενός, την πρωτοφανή και βίαιη αναδιανομή πλούτου υπέρ των «πάνω», με το πρόσχημα ότι το σύστημα και κυρίως η καρδιά του, οι τράπεζες, πρέπει να διασωθεί πάση θυσία. Και αφετέρου, την άλωση των μεγαλύτερων εργατικών και λαϊκών κάστρων που είχαν χτιστεί (κυρίως στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού) την προηγούμενη περίοδο της ταξικής πάλης και περιέχουν λάφυρα ανυπολόγιστης αξίας για τους επιτιθέμενους: τη σταθερή εργασία και ασφάλιση, το δικαίωμα στην απεργία, τις ατομικές-δημοκρατικές ελευθερίες, το κοινωνικό κράτος, τη δημόσια υγεία και παιδεία.
 
Ουσιαστικά, η 11η Σεπτεμβρίου 2001 και η 15η Σεπτεμβρίου 2008 αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, με το οποίο ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός φιλοδοξεί να καλύψει το τεράστιο κόστος που συνεπάγεται το ξεπέρασμα των αδιεξόδων του και, εντέλει, η ίδια του η επιβίωση. Αυτό, όμως, ήταν αναπόφευκτο να προκαλέσει ισχυρές και αντίρροπες δυνάμεις στις κοινωνίες, οι οποίες δεν διστάζουν να αμφισβητήσουν τα ιερά και όσια του συστήματος της αστικής δημοκρατίας στο οποίο, συνειδητά ή ασυνείδητα, χρεώνουν την ευθύνη για όσα συμβαίνουν. Έτσι, είναι φυσικό τα κόμματα που κυριάρχησαν επί δεκαετίες να φιλορροούν, προς όφελος των πάσης φύσης «αντισυστημικών» μορφωμάτων και δικτατορίσκων, που έχουν όμως κατά κύριο λόγο ακροδεξιά χαρακτηριστικά και δεν προέρχονται από την πλευρά της Αριστεράς – η οποία στην παραδοσιακή της μορφή αποδείχθηκε κατοικίδιο του συστήματος και χρεοκόπησε οριστικά και αμετάκλητα μαζί με τη Lehman.
 
Όταν κατέρρευσε η Lehman Brothers ο καπιταλιστικός κόσμος έπλεε σε ωκεανούς αισιοδοξίας. Οι σημαίες της «παγκοσμιοποίησης» και των αυτορρυθμιζόμενων αγορών κυμάτιζαν πλησίστιες. Λίγο μετά φούντωνε η συζήτηση για το «πώς» και το «γιατί» της κρίσης. Για τις βαθύτερες αιτίες, τα χαρακτηριστικά και τις προοπτικές της.  Στους αστούς οικονομολόγους κυριαρχούσαν οι απόψεις που απέδιδαν την κρίση στις υπερβολές της αγοράς και της «παγκοσμιοποίησης» ή στην κυριαρχία της πλασματικής οικονομίας επί της πραγματικής και της οικονομίας εν γένει επί της πολιτικής. Στους κύκλους των μαρξιστών, ορισμένοι αντιμετώπιζαν την κρίση ως μία από τις συνηθισμένες διακυμάνσεις του καπιταλιστικού κύκλου, άλλοι θεωρούσαν πως είναι ένα ακόμη επεισόδιο της κρίσης του 1973-75, που δεν είχε ξεπεραστεί αν και είχαν περάσει 35 χρόνια, ενώ κάποιοι την απέδιδαν στη λεγόμενη «χρηματιστικοποίηση» των καπιταλιστικών οικονομιών.
 
Δέκα χρόνια μετά, είναι φανερό ότι η γενεαλογία και το ποιόν της κρίσης δεν μπορούν να ερμηνευτούν με αυτά τα σχήματα. Πρώτα απ’ όλα, γιατί είναι κρίση ενός καπιταλισμού πολύ διαφορετικού από εκείνον του 1929 και του 1875. Καπιταλισμού βέβαια, αλλά διαφορετικού. Είχαν μεσολαβήσει οι αναδιαρθρώσεις στο πεδίο της εργασίας και γενικά της οικονομίας που δρομολογήθηκαν ιδίως μετά το 1980, απογειώνοντας την εκμετάλλευση των μισθωτών και τον δεσποτισμό του κεφαλαίου. Η ελαστική εργασία αντικαθιστούσε τη σταθερή απασχόληση. Οι τεχνολογίες πληροφοριών-επικοινωνιών αποτελούσαν πλέον «νεύρο» των παραγωγικών και οικονομικών λειτουργιών. Το «ελάχιστο κράτος» είχε πάρει τη θέση του «κεϊνσιανού» κράτους και σάρωναν οι ιδιωτικοποιήσεις. Η καπιταλιστική διεθνοποίηση σημείωνε ποιοτικά άλματα, ενώ το πρώην ανατολικό μπλοκ πρόσφερε άφθονα καύσιμα εκτατικής ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων.
 
Η κρίση ξέσπασε στο έδαφος αυτού του καπιταλισμού. Κάθε κρίση του καπιταλισμού έχει συγκεκριμένη ιστορική σημασία, η οποία προσδιορίζεται από το κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον εντός του οποίου ξεσπά, από τα χαρακτηριστικά της, από τους μηχανισμούς που κινητοποιεί το κεφάλαιο για την υπέρβασή της και, ασφαλώς, από τα χαρακτηριστικά της ταξικής πάλης στους «γκρίζους» καιρούς της. Βέβαια, δεν είναι όλες οι κρίσεις ιστορικές, σταθμοί στην εξέλιξη των καπιταλιστικων σχέσεων. Τέτοιες είναι μόνο εκείνες που συνδέονται με βαθύτερα, ποιοτικά και μακροπρόθεσμης σημασίας δεδομένα, όσον αφορά τόσο τοπαρελθόν και το παρόν τους όσο και την επόμενη μέρα τους. Αναμφίβολα, η κρίση που ξέσπασε ανοιχτά στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 έχει όλα τα στοιχεία ώστε να χαρακτηριστεί κρίση-σταθμός. Κι αν τότε υπήρχαν αμφιβολίες περί τούτου, τώρα δεν υπάρχει καμιά.
 
Σήμερα, 10 χρόνια μετά, από την Τουρκία μέχρι την Αργεντινή, την Βραζιλία και την Ιταλία, τα συστατικά μιας νέας α λα Lehman Brothers κρίσης είναι εδώ. Το ενδεχόμενο, ωστόσο, μιας νέας διεθνούς χρηματοπιστωτικής αναταραχής έρχεται σε μία περίοδο έντονων διεθνών γεωπολιτικών ανταγωνισμών που καθιστούν ακόμη πιο γκρίζο το παγκόσμιο πολιτικό και οικονομικό τοπίο. Οι ίδιοι οι απολογητές άλλωστε του συστήματος, με αφορμή την επέτειο των δέκα χρόνων από την κατάρρευση της Lehman, που σηματοδότησε την μεγαλύτερη καπιταλιστική κρίση από τη δεκαετία του ’30, δεν χάνουν ευκαιρία να μιλούν για το αναπόφευκτο μιας νέας κρίσης. Σε αντίθεση με το 2008-2010 δεν υπάρχει “διεθνής συνεργασία” για να μας βγάλει από μία «παγκόσμια κρίση». Το καπιταλιστικό στρατόπεδο δεν είναι σήμερα αρραγές όπως το 2008-10, με μικρούς και μεγάλους περιφερειακούς ανταγωνισμούς να εκδηλώνονται πλέον με οξύτητα, μπροστά στα αδιέξοδα που έχει δημιουργήσει η χρόνια οικονομική στασιμότητα: Εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας, αντιπαράθεση ΗΠΑ-ΕΕ-Γερμανίας, Διχασμός ΕΕ, περιφερειακοί ανταγωνισμοί στη Συρία.
 
Οι νομισματικές εξελίξεις σε Τουρκία και Αργεντινή (υποτιμήσεις- παρέμβαση ΔΝΤ), οι πιέσεις στα ιταλικά ομόλογα εν μέσω αυξανόμενων τριβών ανάμεσα στη Ρώμη και τις Βρυξέλλες και το ενδεχόμενο ενός άτακτου Brexit τον Μάρτιο του 2019 στέλνουν τα πρώτα σήματα κινδύνου για έναν επερχόμενο γύρο διεθνούς χρηματοπιστωτικής αναταραχής. Οι αυξήσεις επιτοκίων σε ΗΠΑ και Βρετανία και σύντομα ίσως και στην ευρωζώνη, δυσχεραίνουν την αποπληρωμή του δυσθεώρητου συσσωρευμένου ιδιωτικού και δημόσιου χρέους, με τη δυνατότητα παρεμβάσεων μέσω φθηνού χρήματος να έχει πλέον εξαντληθεί.
 
Αργεντινή, Τουρκία και Βραζιλία  είναι από τις μεγαλύτερες αναδυόμενες οικονομίες, μέλη της Ομάδας των 20 πιο Αναπτυσσόμενων Οικονομιών στον Κόσμο (G20). Ειδικά η περίπτωση της Βραζιλίας αποτυπώνει και την πολιτική διάσταση της καπιταλιστικής κρίσης. Το εγχώριο και διεθνές κεφάλαιο δεν διστάζει να παραδώσει την εξουσία στην φασιστική ακροδεξιά με ένα πρόγραμμα “φάτε τους φτωχούς” ενώ την ίδια στιγμή η κυβερνώσα αριστερά “ενός άλλου εφικτού κόσμου”, δηλαδή της καπιταλιστικής ανάπτυξης με επιδόματα φιλανθρωπίας αποδεικνύεται ότι είναι κομμάτι της κρίσης και όχι της λύσης αυτού.
 
Όσο για την Ιταλία, η άνοδος του κόστους δανεισμού, ξαναφέρνει στο προσκήνιο την ευρωπαϊκή κρίση χρέους. Η Ιταλία με χρέος πάνω από δύο τρισ. Ευρώ (130% του ΑΕΠ), έχει το δεύτερο μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στην ευρωζώνη. Το 2012 απέφυγε την ταπεινωτική λύση  διάσωσης, χάρη στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ. Σήμερα, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική, με την ακροδεξιά Λέγκα πλέον στην κυβέρνηση και τις ψυχροπολεμικές σχέσεις Ρώμης-Βρυξελλών, λόγω της μεταναστευτικής κρίσης.
 
Την ίδια στιγμή, οι εσωτερικές αντιθέσεις στην ΕΕ οξύνονται, ενώ το ίδιο το Brexit, στην περίπτωση μη συμφωνίας απειλεί με σοβαρές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις τη Βρετανία αλλά και την ίδια την ΕΕ. Σε διεθνές επίπεδο η πολιτική του Τραμπ «πρώτα η Αμερική» οξύνει τον ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνας και ΗΠΑ-Γερμανίας (ΕΕ). Στη Μέση Ανατολή, ΗΠΑ/ΕΕ, Ρωσία, Τουρκία, Ιράν και Ισραήλ παρεμβαίνουν ανοικτά επιχειρώντας να διαμορφώσουν την επόμενη μέρα στη Συρία, ενώ στη νοτιοανατολική Ασία ο οικονομικός ανταγωνισμός, οδηγεί σε μεγαλύτερη στρατιωτικοποίηση την Κίνα.
 
Οι εξελίξεις αυτές συνθέτουν ένα δύσκολο γεωπολιτικό πάζλ, στο οποίο αν δεν υπάρξει σύντομα μια διεθνής αριστερή, αντιπολεμική και αντικαπιταλιστική εγρήγορση, ίσως να οδηγηθούμε σε νέα πολύ μεγαλύτερα μακελειά. Το γενικό συμπέρασμα των διεθνών εξελίξεων είναι ότι, στο έδαφος της αδυναμίας του καπιταλισμού να ξεπεράσει με πειστικούς τρόπους την ύφεση, οι ενδοιμπεριαλιστικές και ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις οξύνονται περαιτέρω. Οι δύο αυτές πλευρές διαπλέκονται όλο και πιο βαθιά. Η ενεργός συμμετοχή της Ελλάδας στα πλαίσια του ΝΑΤΟ με την παραχώρηση ακόμα περισσότερων βάσεων (μεταξύ αυτών και το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης) υπογραμμίζει με τον πιο καθαρό τρόπο ότι η απειλή του πολέμου παραμένει ο βασικός κίνδυνος για το παρόν και το μέλλον των λαών. Η εργατική τάξη στην Ελλάδα δεν έχει να κερδίσει τίποτα από τα πολεμικά παιχνίδια. Αν τα έξι ναυτικά μίλια στο Αιγαίο γίνουν δώδεκα, επεκταθεί η υφαλοκρηπίδα  και η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, αντλήσουμε το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο που υπάρχει στο Αιγαίο θα γίνει η ζωή μας καλύτερη; Το σημερινό ΑΕΠ της Ελλάδας φτάνει για να ζήσουμε όλοι/ες καλά; Κι αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις; Κοινώς, πόσο απαραίτητο (και για ποιον!) είναι το σαφάρι υδρογονανθράκων στον βυθό του Αιγαίου και της Μεσογείου;
 
Θα θέλατε η ΑΟΖ μας να αγκαλιαστεί μ’ αυτήν της Κύπρου κι από κει κι οι δυο μαζί μ’ αυτή του Ισραήλ; Αν το Διεθνές Δίκαιο είναι με το μέρος μας, ποια είναι η σχέση Παλαιστίνης-Ισραήλ, με ποιον είναι το Δίκαιο εκεί και πόσο αγαθή είναι η δημοκρατία μας που συμπράττει στην κλοπή της παλαιστινιακής ΑΟΖ ή με τον σφαγέα Σίσι της Αιγύπτου;
 
Άλλο ερώτημα, εσείς θα πολεμούσατε για έξι ακόμα μίλια θάλασσας μέσα στα σύνορά σας, για δύο-πέντε ή δέκα ακατοίκητες βραχονησίδες, για μια μεγαλύτερη ΑΟΖ του κράτους σας έναντι του γειτονικού; Θα πολεμούσατε για κάτι τέτοιο επειδή –ας πούμε– το προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο; Και γιατί δεν πολεμάμε για το Εργατικό Δίκαιο και τα άλλα Δίκαια που ρυθμίζουν το πώς εργαζόμαστε, πώς αμειβόμαστε, πώς νοσηλευόμαστε, πώς μορφωνόμαστε, πώς ζούμε κι αναπνέουμε; Είναι αυτά τα Δίκαια, δίκαια; Θέλουν το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ περισσότερο το δικό μας κακό παρά των γειτόνων μας; Γιατί; Πότε ήταν η τελευταία φορά που πήγαμε κόντρα στα σχέδιά τους ως κράτος; Γιατί τόσες εσωτερικές απειλές, φόβος και δισταγμός μπροστά στο ενδεχόμενο μονομερούς άρνησης του χρέους, έξοδο από την ευρωζώνη και την ΕΕ και τόση περίσσια παλικαριά μπροστά στο ενδεχόμενο μονομερούς ανακήρυξης ΑΟΖ κι ενός ελληνο-τουρκικού πολέμου; Πρόκειται για το ίδιο πολιτικό προσωπικό και τα ίδια κόμματα, τα ίδια ΜΜΕ, τους ίδιους διεθνείς μας συμμάχους; Σε τι συνίσταται αυτή η διαφορετική αντιμετώπιση των δύο απειλητικών ενδεχομένων;
 
Αν οι μαφιόζοι ιδιοκτήτες μαγαζιών σ’ έναν παραλιακό πεζόδρομο μαλώνουν για τα τραπεζοκαθίσματα, σας φαίνεται λογικό να καθαρίσουν για λογαριασμό τους οι σερβιτόροι/ες, οι μάγειρες κι οι καθαρίστριες; Πώς θα αντιμετωπίζατε τον εργοδότη σας που δεν σας κολλάει ένσημα και δεν σας δίνει δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα, όταν για να επεκτείνει τις δουλειές του (κι άρα ίσως να πάρετε κι εσείς κάτι –η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία!–) σας καλούσε να παίξετε ξύλο με τους υπαλλήλους της διπλανής εταιρείας;
 
Μήπως πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, τί συμβαίνει τελικά και συνεπώς για το τι και με ποιους θα πρέπει να «συστρατευτούμε» και με ποιους και γιατί είμαστε διατεθειμένοι να «ενωθούμε», ποιους και τι είμαστε διατεθειμένοι να «υπερασπιστούμε»;
 
Και φυσικά η απάντηση που δίνουμε σε όλα αυτά τα ερωτήματα, πάντα σε σχέση με τις απαντήσεις που δίνουν οι διάφοροι άλλοι, οριοθετούν την κοινωνική πραγματικότητα. Από την μιά πλευρά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιχειρεί να πλασαριστεί σαν η υπεύθυνη και φερέγγυα δύναμη που κατάφερε «να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια». Κοινωνικά ευαίσθητη δύναμη διαχείρισης της «μεταμνημονιακής πραγματικότητας», αλλά και δύναμη που έχει τη στήριξη βασικών τμημάτων του κεφαλαίου και των ΗΠΑ-ΕΕ. Προσπαθεί να διαμορφώσει έναν έντονο διπολισμό. Ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρει το παλιό σχήμα «δημοκρατικές-προοδευτικές δυνάμεις» από τη μια και «ακροδεξιά - συντήρηση» από την άλλη και να συγκροτήσει μια νέα κεντροαριστερά με τον ίδιο σαν βασικό πυλώνα. Όλα δείχνουν ότι έχουμε μπει ήδη σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο με κύρια χαρακτηριστικά το αστικό ΤΙΝΑ (Δεν υπάρχει εναλλακτική) και τη διαμόρφωση ενός έντονου διπολισμού (ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ) δομημένου σε δευτερεύουσες πλευρές.
 
Το πραγματικό δίλλημα που έχει μπροστά της η ελληνική κοινωνία δεν είναι «ΣΥΡΙΖΑ ή ΝΔ», δεν είναι «Μνημονιακή βαρβαρότητα με ευαισθησία ή με φιλελευθερισμό». Το πραγματικό δίλλημα είναι «Επέκταση και κλιμάκωση της μνημονιακής/καπιταλιστικής βαρβαρότητας και της πολεμικής απειλής ή Ανατροπή της από ένα ρωμαλέο εργατικό κίνημα και μια ισχυρή αντικαπιταλιστική αριστερά». Άμεσο πολιτικό ζητούμενο είναι η συγκρότηση ενός αριστερού ανατρεπτικού μπλοκ δυνάμεων που, από εργατικές και λαϊκές θέσεις και στη βάση ενός αντικαπιταλιστικού προγράμματος, θα αποτελέσει τη πραγματική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αλλά και στη ΝΔ και θα προβάλλει την άμεση εργατική – λαϊκή αντεπίθεση με ενωτικούς νικηφόρους αγώνες για την ανατροπή της βάρβαρης πολιτικής κυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ – κεφαλαίου.
 
Στις σημερινές συνθήκες αναβαθμίζεται η ανάγκη σύνδεσης των άμεσων απαντήσεων στο μαζικό κίνημα, στα μέτωπα πάλης και την τρέχουσα πολιτική παρέμβαση με την στρατηγική απάντηση. Το περιεχόμενο και τα βήματα στην υπόθεση του νέου προγράμματος και κόμματος της κομμουνιστικής απελευθέρωσης δεν κινούνται «πέρα και έξω» ή «μετά και πάνω» από τους αγώνες και τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις, αλλά αντίθετα οφείλουμε να τα αντιμετωπίζουμε ως «τώρα και μέσα» στη δράση τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του κόσμου που θέλει να αγωνιστεί για την υπέρβαση της σημερινής κατάστασης στο κίνημα και την αριστερά.
 
 

Παναγιώτης Ξοπλίδης

 
 
 

* Εισήγηση του Π. Ξοπλίδη, στην εκδήλωση «10 χρόνια κρίση: Να περάσουμε στην Αντεπίθεση» που έγινε στις 20-10-18 στο αμφιθέατρο της π. Νομικής στην Κομοτηνή, στα πλαίσια του Φεστιβάλ «Αναιρέσεις 2018».


Ετικέτες: Αριστερά, Ελλάδα, Ευρώπη, ΕΕ, Κρίση, Βραζιλία, Τουρκία, Αργεντινή, ΔΝΤ, Καπιταλισμός