ΠΩΣ ΜΑΣ ΠΡΟΕΚΥΨΕ ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΟ Ή ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΧΟΛΕΙΟ;

ΠΩΣ ΜΑΣ ΠΡΟΕΚΥΨΕ ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΟ Ή ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΧΟΛΕΙΟ;

  • ΠΩΣ ΜΑΣ ΠΡΟΕΚΥΨΕ ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΟ Ή ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΧΟΛΕΙΟ;

Αναδημοσιεύουμε την εισήγηση του Ιμπράμ Ονσούνογλου έτσι όπως εκφωνήθηκε στη διημερίδα με θέμα «Η Συνθήκη της Λωζάννης 90 χρόνια μετά: Οι μειονοτικές ρυθμίσεις» που διοργανώθηκε από το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης των παιδιών της Μουσουλμανικής Μειονότητας στη Θράκη (ΠΕΜ) και το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) στις 22-23 Νοεμβρίου 2013 στην αίθουσα εκδηλώσεων της πρώην νομαρχίας Ροδόπης και πρωτοδημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Αζινλίκτσα τεύχος 79 Ιανουάριος 2014.  
 
 
Λίγα χρόνια νωρίτερα, δηλαδή 15 χρόνια πριν, η Μειονότητα δεν αντιμετώπιζε τέτοιο δίλημμα. Η επιλογή αυτονόητα ήταν μια, το μειονοτικό σχολείο. Το μειονοτικό δημοτικό, παραπάνω από 150 σχολεία ανά τη Θράκη σε πόλεις και χωριά, και το μειονοτικό γυμνάσιο και λύκειο. Από το δεύτερο, υπήρχαν μόνο δυο, το Τζελάλ Μπαγιάρ της Κομοτηνής από το 1952 και το Μουζαφφέρ Σαλίχογλου της Ξάνθης από το 1966 που απορροφούσαν ένα πολύ μικρό ποσοστό όσων τελείωναν το δημοτικό.
 
Υπήρχαν βέβαια και οι δυο Μεντρεσέδες, τα ιεροσπουδαστήρια, της Κομοτηνής και του Εχίνου, τα μειονοτικά εκπαιδευτήρια που περιβάλλονται με ιδιαίτερη στοργή από την Πολιτεία, που επίσης δέχονται ένα μικρό αριθμό μαθητών μετά το δημοτικό από θρησκευόμενες συντηρητικές οικογένειες. Οι Μεντρεσέδες αποτελούν μια ιδιαιτερότητα ακαθόριστη και χαμηλής στάθμης, εργαστήρια πειραματισμού μειονοτικής εκπαιδευτικής πολιτικής, και όχι μόνον. Στα πλαίσια αυτά υπήρξαν οι αποκλειστικοί τροφοδότες της ΕΠΑΘ (Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης για τους μουσουλμάνους της Θράκης). Πρόσφατα, πάνε 10 χρόνια που αναβαθμίσθηκαν σε γυμνάσια-λύκεια, διατηρώντας πάντα την ιδιαιτερότητά και τη θολούρα τους και τη χαμηλή τους στάθμη ως "bon pour l' Orient".
 
Μέχρι 15 χρόνια πριν, λοιπόν, οι μειονοτικοί μαθητές που πήγαιναν σε δημόσια σχολεία μετριούνταν δια των δακτύλων της μιας χειρός.
 
Την προηγούμενη 35ετία, από το 1965 έως το 1998, η Μειονότητα ήταν υπό διωγμόν, ήταν η περίοδος της Μεγάλης Δίωξης, μέχρι που καταργήθηκε το άρθρο 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας επί πρωθυπουργίας του κ. Σημίτη. Την περίοδο αυτή υπό ανηλεή διωγμό ήταν και η μειονοτική εκπαίδευση, γενικά η εκπαίδευση στη Μειονότητα. Το μειονοτικό σχολείο υποβαθμίζεται, περιθωριοποιείται και γκετοποιείται με συγκεκριμένα μέτρα και καταντάει κακό σχολείο. Η εκπαιδευτική πολιτική συνοψίζεται με το σύνθημα Όσο λιγότερα μαθαίνουν τόσο το καλύτερο.
 
Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, αλλά και αργότερα, ένα σύνθημα που κυριαρχούσε στις φοιτητικές κινητοποιήσεις ήταν το Όχι στην εντατικοποίηση των σπουδών! Στις αρχές της δεκαετίας του '80 στη Θεσσαλονίκη έγιναν κάποιες κινητοποιήσεις σπουδαστών με εντελώς αντίθετα συνθήματα, όπως Θέλουμε σχολή, όχι παιδική χαρά! Ναι στη μόρφωση, όχι στον εμπαιγμό!... Ήταν οι σπουδαστές της ΕΠΑΘ. Όσοι συμμετείχαν σε αυτές τις κινητοποιήσεις διώχθηκαν πειθαρχικά, οι περισσότεροι διαγράφηκαν και εκδιώχθηκαν από τη σχολή. Στα 40 τόσα χρόνια λειτουργίας της ΕΠΑΘ δεν έγινε άλλη κινητοποίηση των σπουδαστών ή άλλος διεκδικητικός αγώνας, διότι ήξεραν ότι την επομένη θα βρεθούν εκτός σχολής.  
 
Η πολιτική των διωγμών δικαιολογείται βέβαια με όσα υφίσταται η Ελληνική- Ρωμέικη  Μειονότητα της Πόλης και αργότερα διασυνδέεται και με τα συμβαίνοντα στην Κύπρο με τη λογική της αμοιβαιότητας ή  των αντιποίνων. Ο στόχος είναι προφανής: η μείωση του μειονοτικού πληθυσμού και η καταστολή του εθνικού αισθήματος των εναπομεινάντων.   
 
Στο διάστημα αυτό φουντώνει η μετανάστευση στην Τουρκία, παράλληλα και η εκπαιδευτική μετανάστευση. Το δίλημμα τότε, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, ήταν το κακό μειονοτικό σχολείο ή το καλό σχολείο στην Τουρκία; Καμπόσοι ακολουθούν τη δεύτερη επιλογή με αυξανόμενους αριθμούς κυρίως για τη μέση εκπαίδευση. Μερικοί γονείς, όσοι μπορούν και όσοι αντέχουν, κάτω από απελπιστικές συνθήκες της περιόδου εκείνης, ήδη από το δημοτικό στέλνουν τα παιδιά τους στην Τουρκία, αποθαρρύνονται όμως από τις τουρκικές αρχές, έτσι το κύμα δεν παίρνει μεγάλες διαστάσεις. Όσον αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση, την αποκλειστικότητα έχει η Τουρκία. Από μαθητιώσα και σπουδάζουσα νεολαία ελάχιστοι θα επιστρέψουν στην πατρίδα. Κι αυτών για να αποθαρρύνουν την επιστροφή βάζουν το ΔΙΚΑΤΣΑ να μην τους αναγνωρίσει τα πτυχία.
 
Υπήρξε μια παρένθεση μεταξύ 1965 και 1975 κατά την οποία 30 περίπου μειονοτικοί σπουδάζουν στο Αριστοτέλειο της Θεσσαλονίκης εκ μετεγγραφής από τα τουρκικά πανεπιστήμια, όταν ήταν εντελώς ελεύθερες και χωρίς περιορισμό οι μετεγγραφές από το εξωτερικό. Από αυτούς οι 2, απόφοιτοι δημόσιου λυκείου, είχαν πετύχει στις εισαγωγικές εξετάσεις και οι άλλοι 2 προερχόντουσαν από πανεπιστήμιο της Αιγύπτου. Όλοι οι υπόλοιποι, μεταξύ αυτών και ο υποφαινόμενος, ήμασταν απόφοιτοι του Τζελάλ Μπαγιάρ. 
 
Στις αρχές της δεκαετίας του '80 κινδύνεψε να κλείσει το Τζελάλ Μπαγιάρ από έλλειψη μαθητών, γεγονός που δεν είναι ευρύτερα γνωστό. Η κατάσταση εκεί είχε καταντήσει τόσο ανυπόφορη και απελπιστική από έλλειψη καθηγητών και σχολικών βιβλίων, ουσιαστικά δεν γινόντουσαν μαθήματα επί χρόνια, το σχολείο λειτουργούσε κυρίως ως παιδική χαρά, ενώ στις εξετάσεις κοβόταν η μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών, που οι γονείς αποφάσισαν να αποσύρουν τα παιδιά τους. Ε, όχι και να κλείσει εντελώς! Ενήργησαν από κοινού ο ελληνικός και ο τουρκικός παράγων για να μεταπείσουν τους γονείς. 
 
Η εξαγγελία της ισονομίας και της ισοπολιτείας για τη Μειονότητα και της άρσης των διοικητικών μέτρων το 1991 από τον τότε πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη σημαίνει την αρχή του τέλους των αβάστακτων διώξεων και διακρίσεων και τη βαθμιαία αποκατάσταση αισθήματος ασφάλειας του μειονοτικού πληθυσμού, τη μείωση έως διακοπή της μετανάστευσης και της μετανάστευσης για λόγους σπουδών.
 
Πάρθηκαν γενικά μέτρα για τη βελτίωση της εκπαίδευσης στη Μειονότητα προς έκπληξη όλων, όπως η αναγνώριση ποσόστωσης 0,5% για την είσοδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης των Παιδιών της Μουσουλμανικής Μειονότητας που είναι τα πιο σημαντικά και μερικά άλλα. Όχι όμως για τη μειονοτική εκπαίδευση που δεν βελτιώθηκε και παρέμεινε σχεδόν το ίδιο υποβαθμισμένη και το μειονοτικό σχολείο σχεδόν το ίδιο "κακό σχολείο".
 
Το μειονοτικό σχολείο όμως ήταν ένα καλό σχολείο μέχρι το 1965-66 και ανταγωνιστικό σε ποιότητα και επίπεδο σπουδών με το δημόσιο σχολείο, ενίοτε έως και ανώτερο. Σας το διαβεβαιώνω ο υποφαινόμενος που ολοκλήρωσα τον κύκλο της μειονοτικής μου εκπαίδευσης με την αποφοίτηση μου από το Τζελάλ Μπαγιάρ το 1966. Παρά τα όποια προβλήματα που μπορούσε να απαριθμήσει κανείς, με κυριότερα στη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας που ανέκαθεν υπήρχαν και που φαίνεται να ξεπερνιούνται τα τελευταία χρόνια με την παρέμβαση του ΠΕΜ. 
 
Από το 1965 έως το 1998 η Μειονότητα αν αντιμετώπιζε κάποιο δίλημμα αυτό ήταν: το κακό μειονοτικό σχολείο ή το καλό σχολείο στην Τουρκία; Το καλό σχολείο βέβαια. Αν η εκπαιδευτική μετανάστευση δεν πήρε μαζικό χαρακτήρα, οφείλεται κυρίως στα εμπόδια που παρεμβαλλόντουσαν από τις τουρκικές αρχές, αλλά και σε οικονομικούς και άλλους λόγους. Όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις όταν υπάρχει ισχυρή ζήτηση και υπήρχε τέτοια, αρκετοί κατάφερναν να ξεπεράσουν τα όποια εμπόδια.
 
Και ήρθε η διακήρυξη της ισονομίας-ισοπολιτείας και η κατάργηση των διοικητικών μέτρων και του άρθρου 19. Και μειώθηκε σε μεγάλο βαθμό έως διακόπηκε η μετανάστευση για λόγους σπουδών. Έτσι λοιπόν τα τελευταία 15-20 χρόνια περάσαμε από ένα δίλημμα σε άλλο. Το καινούργιο δίλημμα που τίθεται όλο και πιο εντατικά στον μειονοτικό γονιό είναι: το κακό μειονοτικό σχολείο ή το καλό δημόσιο; Εδώ τα πράγματα είναι πιο δύσκολα, καθώς ανακύπτουν προβλήματα συνείδησης, ταυτότητας, μειονοτικού πατριωτισμού, φόβοι πραγματικοί ή φαντασιακοί για αφομοίωση, για διάλυση της κοινοτικής συνοχής.
 
Την επιλογή τελικά θα καθορίσει η ίδια η ζωή, οι ανάγκες της, το πάθος του κάθε γονιού για μια καλύτερη εκπαίδευση και δια μέσου αυτής για ένα καλύτερο μέλλον του παιδιού του. Τα αριθμητικά δεδομένα των τελευταίων ετών καταδεικνύουν με αυξανόμενους ρυθμούς την προτίμηση του δημόσιου σχολείου και την εγκατάλειψη του μειονοτικού. Οι γονείς βλέπουν ότι δεν υπάρχει καμιά προοπτική βελτίωσης της μειονοτικής εκπαίδευσης, συγκρίνουν, ξεπερνούν τα όποια συνειδησιακά προβλήματα και τους φόβους τους και δηλώνουν προτίμηση στο δημόσιο σχολείο.
 
Εδώ όμως θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν η προτίμηση του δημόσιου σχολείου και η εγκατάλειψη του μειονοτικού κατά πόσο είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης ή εξαναγκασμού έστω έμμεσου.
 
Η μειονοτική εκπαίδευση καταρρέει. Και η Τουρκομουσουλμανική Μειονότητα, μη μπορώντας να παρέμβει στις εξελίξεις απλώς παρακολουθεί την κατάρρευση με μια επιτεινόμενη συναισθηματική ψύχρανση και αδιαφορία. Πιθανώς δεν θα επιτραπεί να καταρρεύσει εντελώς. Θα λειτουργεί με περιορισμένο αριθμό μαθητών, έτσι τυπικά, πάντα υποβαθμισμένα ώστε να μη γίνει ποτέ ελκυστική, και θα διατηρείται ως μουσειακό είδος.
 
Εξ άλλου η μειονοτική εκπαίδευση με τα κοινοτικά και αυτοδιαχειριστικά χαρακτηριστικά της έτσι όπως ορίζεται στη Συνθήκη Λωζάννης από πολλού δεν υφίσταται. Τα πάντα είναι μια κρατική υπόθεση, η συμμετοχή της κοινότητας είναι εντελώς τυπική χωρίς δυνατότητα παρέμβασης για διόρθωση και βελτίωση.
 
Κανείς δεν αποποιείται τα δικαιώματά του. Και η μειονοτική εκπαίδευση είναι δικαίωμα της Μειονότητας και το ζητούμενο γι' αυτήν θα είναι πάντα η επαναφορά των όσων ισχύουν στη Συνθήκη Λωζάννης με συμμετοχικά και αυτοδιαχειριστικά χαρακτηριστικά βελτιωμένα και προσαρμοσμένα στις σύγχρονες εξελίξεις.
 
 
Ιμπράμ Ονσούνογλου


Ετικέτες: Θράκη, Μειονότητα, Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων, Εκπαίδευση