Azınlık eğitim öyküleri – ve yalnız o değil

Azınlık eğitim öyküleri – ve yalnız o değil

  • Azınlık eğitim öyküleri – ve yalnız o değil

“Azınlık eğitim öyküleri – ve yalnız o değil” başlıklı Yunanca yazı,  AZINLIKÇA dergisi Mart 2009 sayısından alıntı olup, 20.2.2009 tarihinde Frangudaki Programı çerçevesinde Selanik’te yapılan bir kitap tanıtımında İbram Onsunoğlu’nun sunumunu oluşturmuştur.
 


Aşağıdaki Yunanca yazı, “ΠΡΟΣΘΕΣΗ όχι αφαίρεση, ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ όχι διαίρεση” (TOPLAMA, çıkarma değil; ÇOĞALTMA, bölme değil) başlıklı kitabın (“Metexmio” yayınları, 2008, Atina) 20 Şubat 09 tarihinde Selanik’te “İanos” kitabevi salonunda gerçekleştirilen tanıtımında İbram Onsunoğlu tarafından konuşma olarak okundu. Öbür tanıtımcılar, Selanik Üniversitesi Pedagoji Profesörü Evangelia Tressu ve Makedonya Üniversitesi Ekonomik Coğrafya Profesörü Lois Evangelidis idi. İsmi açıklanan öbür tanıtımcı Anayasa Profesörü Antonis Manitakis, ivedili bir yüküm nedeniyle Atina’da bulunduğu için etkinliğe katılamadı. Tartışmanın moderatörü, gazeteci Klearkhos Çausidis idi. Bir talihsizlik eseri olarak, Selanik’te bir başka salonda Kemal Anadol’un romanının tanıtımı aynı gün ve saate tesadüf etti. 

Daha önce “Azınlıkça” sütunlarından tanıttığımız bu kitap (bkz  Mart 2008 tarihli 36. sayı), Müslüman Çocukları Eğitme Programı’nın (MÇEP) 10. yılını doldurması münasebetiyle, Trakya azınlığının eğitimine reformsal müdahele çerçevesinde yapılanları konu edinen ve  550 sayfalık içeriği değişik bilim adamı ve araştırmacının 27 yazısından oluşan toplu bir yapıt. Yapıtı derleyenler, program sorumluları Thaleia Dragona ve Anna Frangudaki. Söz konusu kitap, kimi saptama ve önerilerine itirazımız saklı kalmak üzere, 10 yıllık MÇEP uygulamasının yanısıra, Azınlıktaki eğitim sorunlarını ve onların çeşitli boyutlarını inceleyip araştıran, irdeleyen, eleştirip yorumlayan, çözüm öneren, bu çözümlerin kısmen nasıl ugulamaya konulduğunu anlatan kendi alanında en kapsamlı ve tümsel bir bilimsel çalışma. Eğitim sorununun gündemden inmediği Azınlıkta, bu sorunla ilgilenen herkesin okuyup incelemesi ve elinin altında bulundurması gereken bir kitap. Bu yargıdan hareketle, ayrıca, kitabın sonundaki Anna Frangudaki imzalı “Ek Yorum” yazısının Türkçe çevirisini (bu sayıda ikinci ve son bölümünü yayımlıyoruz.

Ancak, MÇEP çerçevesindeki reformsal uygulamalar, sonuç ve öneriler ile ilgili -onları Yunanistan’daki kurulu düzenin benimseyecek ve sindirecek yapıda olmadığına ve gittikçe iptal edeceğine dair- beslediğimiz kuşkunun gerçekleşmeye başladığını esefle görüyoruz. Frangudaki’nin deyimiyle, erk odaklarınca “geçici bir müdahale gibi değerlendirilen” Program, bizim deyimimizle, gerçekte özerkliği çoktan kaldırılmış “özerk” azınlık eğitimine bir darbe daha vurmak amacında kullanılmak istendi özellikle. Şimdi, evdeki hesap çarşıya uymayınca, çöplüğe atılabilir deniliyor. Bir umudumuz, AB’nin kendi büyük katkılarıyla yürütülen Programın akibeti hakkında hesap sorması. (*)
 
 

Στην παρουσίαση του ιδίου βιβλίου έχω συμμετάσχει και παλαιότερα. Στη σημερινή σκέφτηκα να ακολουθήσω ένα διαφορετικό τρόπο, πιο λογοτεχνικό, χωρίς να αναφερθώ άμεσα στο περιεχόμενο. Να αφηγηθώ μερικές αληθινές μειονοτικές ιστορίες εκπαίδευσης, βιωματικές, όπως τις έζησα εγώ και όπως τις θυμάμαι, που λειτουργούν όμως ως συμπληρωματικές του περιεχομένου. Ιστορίες που κινούνται γύρω από τους άξονες του υπό παρουσίαση βιβλίου, δηλαδή τα προβλήματα εκπαίδευσης στη Μειονότητα, την εκπαιδευτική πολιτική, την πολυπλοκότητα της εκπαίδευσης, τις σχετικές αντιθέσεις, την παρουσία της Τουρκίας, τις εθνοτικές ταυτότητες, τις γλώσσες, τη διγλωσσία, τις εξελίξεις και την πρόοδο.
**
Πήγαινα γυμνάσιο, στο μειονοτικό Τζελάλ Μπαγιάρ της Κομοτηνής, δεν θυμάμαι ποια τάξη, πιθανώς τρίτη τάξη, άρα θα ήμουν 15 χρόνων, δηλαδή το έτος 1963, όταν μια μέρα συνάντησα τον Μουσταφά στη γειτονιά μου, στον Κιρ-μαχαλά.

Ο Κιρ-μαχαλάς, βορειοανατολικό προάστιο της Κομοτηνής, ήταν και παραμένει μια σχεδόν αμιγής τούρκικη συνοικία. Την εποχή εκείνη τις Τρίτες που γινόταν η μεγάλη λαϊκή αγορά της Κομοτηνής ο κεντρικός δρόμος που διασχίζει τη συνοικία απ’ άκρη σε άκρη, η οδός Φιλιππουπόλεως, γέμιζε με χωρικούς που κατέβαιναν στην πόλη για τη λαϊκή για να πουλήσουν την παραγωγή τους, να κάνουν τα ψώνια τους και το απόγευμα να επιστρέψουν στα χωριά τους. Ήταν κυρίως μουσουλμάνοι από ημιορεινά και ορεινά χωριά και λίγοι χριστιανοί από δυο μικρά κοντινά προσφυγικά χωριά, την Καρυδιά και τον Πάνδροσο, τουρκόφωνοι κι αυτοί. Συνωστισμός στη Φιλιπποπόλεως τις Τρίτες από εκατοντάδες γαϊδούρια και μουλάρια και λίγες βοϊδάμαξες που κουβαλούσαν κυρίως καυσόξυλα, αλλά και άλλα πράγματα προς πώληση, τουλουμοτύρι, καρύδια, αμύγδαλα, φασόλια, πατάτες, αποξεραμένα φρούτα, μήλα και κράνα, αυγά και κότες. Περνούσαν μικρά και μεγάλα κοπάδια από κατσίκια και μερικά μοσχάρια και βόδια που οι χωρικοί τα οδηγούσαν στο ζωοπάζαρο που γινόταν ταυτόχρονα. Φωνές, γκαρίσματα και βελάσματα, φασαρία, σκόνη και κακό.

Ο Μουσταφάς, που έδειχνε συνομήλικός μου, παιδί 14-15 χρόνων, επέστρεφε μόνος του από τη λαϊκή με γεμάτο από ψώνια το διπλό σακίδιο από μαύρη τριχιά που κουβαλούσε στους ώμους, γερμένος από το βάρος του,  και με εκείνο το άγαρμπο περπάτημα που χαρακτηρίζει τους βουνίσιους. Φορούσε μια μαύρη βράκα και τσαρούχια χειροποίητα, περπατούσε σαν χαμένος, σαν να είχε την αίσθηση της αταίριαστης εμφάνισής με τον περίγυρο, και σαν να ντρεπόταν γι’ αυτό.  Ήταν μια αξιοπερίεργη, αλλά όχι ασυνήθιστη φιγούρα για μένα, το γυμνασιόπαιδο της πόλης. Ποιας πόλης δηλαδή, αφού τότε η Κομοτηνή ήταν ακόμα ένα μεγάλο χωριό, κι εγώ τον χρόνο μου μοίραζα ανάμεσα στο σχολείο και το καπνοχώραφο, ήδη από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού.  
Δεν ξέρω τι με παρακίνησε και τον πλησίασα, ίσως μια ανάγκη επίδειξης, να πουλήσω μούρη, ίσως και μια αίσθηση αποστολής, το είχα αυτό το ψώνιο από μικρός. Κάτσαμε κάτω από τον μεγάλο πλάτανο και τα είπαμε για αρκετή ώρα. Τον ρώτησα πώς τον λένε, από ποιο χωριό είναι, κάτι σαν Sarancina –Σαρακινή θυμάμαι να μου είπε, ένας εγκαταλειμμένος ή με ελάχιστους κατοίκους σήμερα οικισμός, ψηλά στη Ροδόπη κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα χωρίς συγκοινωνία τότε και τώρα. Μιλούσε σπαστά τούρκικα με έντονη πομάκικη προφορά. Τον ρώτησα πολλά άλλα, πώς είναι το χωριό τους, για την οικογένειά του, τι δουλειά κάνει, γιδοβοσκός ήτανε. Και έφτασα στο ψητό, τον ρώτησα αν πήγε σχολείο, αν στο χωριό τους υπήρχε σχολείο. Μου είπε πως δεν πήγε σχολείο και δεν ήξερε γραφή και ανάγνωση. Τότε του εξήγησα, υπερηφάνως φαντάζομαι, πως εγώ όχι μόνο είχα τελειώσει το εξατάξιο δημοτικό, αλλά ήδη τελείωνα και το τριτάξιο γυμνάσιο και του χρόνου θα πήγαινα στο λύκειο. (Το μειονοτικό Τζελάλ Μπαγιάρ σε αντίθεση με τα τότε ενιαία εξατάξια δημόσια γυμνάσια ήταν χωρισμένο σε τριτάξιο γυμνάσιο και λύκειο, όπως αργότερα έγινε και η δημόσια μέση εκπαίδευση.) Και μετά το λύκειο θα πήγαινα και στο πανεπιστήμιο στην Κωνσταντινούπολη για να γίνω γιατρός ή δικηγόρος, δεν είχα αποφασίσει ακόμη, ίσως να πήγαινα και στο εξωτερικό να σπουδάσω, στη Γαλλία λχ. Ο Μουσταφάς με άκουγε με θαυμασμό να του μιλάω για πράγματα που δεν είχε καν φαντασθεί. Σίγουρα αυτό επεδίωκα κι εγώ και το απολάμβανα. Στο τέλος αποφάνθηκα σαν σοφός –τι θράσος κι αυτό!– πως  στο χωριό τους δεν είχαν μέλλον και έπρεπε να το εγκαταλείψουν και να εγκατασταθούν στην Κομοτηνή.

-Αν έρθουμε στην Κομοτηνή θα γίνουμε φίλοι και θα με μάθεις ποδήλατο; Ήταν το αίτημα του Μουσταφά.

Πέρασαν πολλά χρόνια όταν συνάντησα ξανά τον Μουσταφά. Θυμάμαι τη μεγάλη χαρά που έδειξε όταν με είδε, σε σημείο που αισθάνθηκα λίγο αμήχανος. Εγώ ήμουνα πια φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Πήγαινα τακτικά στην Κομοτηνή και τις περισσότερες φορές συναντιόμασταν με τον Μουσταφά και τα λέγαμε. Η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί στην Κομοτηνή και μάλιστα στη γειτονιά μου στον Κιρ-μαχαλά. Ο Μουσταφάς εργάσθηκε πολλά χρόνια σ’ ένα εργοστάσιο, κι όταν αυτό έκλεισε άρχισε να δουλεύει σε ένα μαγαζί στην αγορά της Κομοτηνής. Είχε πια εμφάνιση αστού με κοστούμι και γραβάτα. Ήταν και ωραίο παιδί. Αλλά ποτέ δεν κατάφερε να αποβάλει την έντονη πομάκικη προφορά, και παρά τη μεγάλη βελτίωση που σημείωσε στα τούρκικα εξακολουθεί να κάνει χοντρά συντακτικά λάθη μέχρι σήμερα.

Κάθε φορά που πήγαινα στην Κομοτηνή, τώρα πια πιο αραιά, επεδίωκε να συναντηθεί μαζί μου και εκδήλωνε την ίδια υπερβολική χαρά που με έβλεπε. Αλλά δεν είχαμε κοινά ενδιαφέροντα με τον Μουσταφά. Εγώ είχα τον κύκλο μου, από πολιτικοποιημένους, διανοούμενους και αγωνιζόμενους, τάχα, αυτός δεν χωρούσε εκεί. Το καταλάβαινε αυτό, εντούτοις έδειχνε παρεξηγημένος που δεν του έδινα τόση σημασία. Με προβλημάτιζε ο Μουσταφάς και προσπαθούσα να εξηγήσω τη στάση του. Να η ερμηνεία που κατέληξα σταδιακά και μετά από πολύ χρόνο. Με θαύμαζε και με είχε ως πρότυπο και μάλιστα ήδη από την πρώτη γνωριμία μας όταν ήμασταν παιδιά. Η διαπίστωση αυτή με έφερε σε δύσκολη θέση, γιατί ένιωθα να με υποχρεώνει κατά κάποιο τρόπο να ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες του που είχε από μένα, γιατί αυτός ανταποκρινόταν στις προσδοκίες που υπόθετε πως του είχα ορίσει από την πρώτη μας καθοριστική συνάντηση.
 
Μια μέρα μου είπε πως ο γιος του σπουδάζει στην Κωνσταντινούπολη, πηγαίνει σχολείο ήθελε να μου πει. Ούτε που ήξερα πως έχει γιο, και μάλιστα τόσο μεγάλο. Όταν πήγα να ρωτήσω πού σπουδάζει δεν μπορούσε να μου εξηγήσει, καθώς ο ίδιος δεν έχει ιδέα από σπουδές και σχολεία. Η αλήθεια είναι ότι είχα πίεση χρόνου και δεν ζήτησα περισσότερες διευκρινίσεις. Θα πρέπει τον απογοήτευσα πολύ.
 
Υπόθεσα πως ο γιος του θα πήγαινε σε κάποιο τουρκικό γυμνάσιο-λύκειο. Ήταν η εποχή που η εκπαίδευση στη μειονότητα είχε τεθεί υπό αυστηρό διωγμό, κυρίως η μέση εκπαίδευση, σε σημείο που το αγαπημένο μου Τζελάλ Μπαγιάρ κινδύνεψε να κλείσει από έλλειψη μαθητών. Οι γονείς απέσυραν τα παιδιά τους και τα έστελναν σε σχολεία στην Τουρκία.

Εγκατεστημένος πια εγώ στη Θεσσαλονίκη πολύ σπάνια έβλεπα τον Μουσταφά. Κάποτε θυμάμαι να μου είπε πως ο γιος του πήγε στο Λονδίνο και σπουδάζει εκεί. Ξαφνιάστηκα. «–Μπράβο ρε Μουσταφά! Και τι σπουδάζει;» Δεν μπορούσε πάλι να μου εξηγήσει ούτε πού σπούδαζε ούτε σε ποιο πανεπιστήμιο. Αναρωτήθηκα σε ποιο βαθμό ήταν αλήθεια αυτά που μου έλεγε.

Πριν τέσσερα χρόνια στους κύκλους των ημετέρων μειονοτικών στην Ευρώπη εμφανίσθηκε ένα νέο όνομα, άγνωστο σε μένα, που συμμετείχε σε διάφορες εκδηλώσεις, έκαμνε ομιλίες, συνομιλούσε με Ευρωπαίους για μειονοτικά θέματα. Κατά καιρούς αναφερόταν σ’ αυτόν ο μειονοτικός τύπος. Παλαιότερα γνώριζα όλους τους επιστήμονες της μειονότητας, με όλους είχα σχέσεις και κυρίως με αυτούς που συμμετείχαν στα κοινά, είτε ζούσαν στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό. Τότε ήσαν λίγοι. Όταν άρχισαν να πολλαπλασιάζονται δεν μπορούσα πια να τους παρακολουθήσω, τώρα είναι μερικές χιλιάδες, πού να τους ξέρεις όλους.

Μου το είπε η αδελφή μου στην Κομοτηνή, «Ξέρεις ποιος είναι αυτός! Είναι ο γιος του Μουσταφά, του φίλου σου του Πομάκου από την Σαρακινή. Έμαθα πως έχει σπουδάσει κάτι σαν πολιτικές επιστήμες στο Λονδίνο και έχει ειδικευθεί στο δίαιο των μειονοτήτων. Έπεσα από τα σύννεφα.
 
Πριν λίγες μέρες ο γιος του Μουσταφά έκανε την εμφάνισή του στο περιοδικό «Αζινλίκτσα» που εκδίδουμε στην Κομοτηνή, και ζήτησε το αρχείο του περιοδικού για τα εκπαιδευτικά θέματα. Δήλωσε πως κάνει διατριβή με αντικείμενο τη μειονοτική εκπαίδευση. Οι νεαροί συνεργάτες του περιοδικού ήταν ενθουσιασμένοι από τη γνωριμία μαζί του, ωστόσο δεν παρέλειψαν να κάνουν κι ένα ειρωνικό-δηκτικό σχόλιο: «Μιλάει το δυτικοθρακιώτικο ιδίωμα με προφορά Οξφόρδης!» «Κι ο πατέρας του με έντονο πομακικό ακσάν», πρόσθεσα εγώ. Του υπέδειξαν να επικοινωνήσει με τις κυρίες Δραγώνα και Φραγκουδάκη.


**

Πάνε τώρα δυο χρόνια, ένα βράδυ μια παρέα συνομηλίκων καθόμασταν σε μια από τις καφετέριες στην κεντρική πλατεία Κομοτηνής. Μετά την ανάπλαση της παλιάς πλατείας ο γύρω χώρος γέμισε από καφετέριες και ταχυφαγεία που ασφυκτιούν από νεολαία και φοιτητές. Μια αλλαγή που επέφερε το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο. Κάποια στιγμή μια παρέα από πέντε νεαρές, που δεν τις είχα προσέξει νωρίτερα, σηκώθηκαν από τις θέσεις τους για να φύγουν και πέρασαν από μπροστά μας. Λυγερόκορμες, μοντέρνα ντυμένες και πολύ όμορφες, η ηλικία τους να κυμαίνεται μεταξύ 18 και 20 και κάτι. Αλλά με κάλυμμα στην κεφαλή, σαν αυτό που φοράνε οι γυναίκες των Ερδογάν και Γκιουλ, τουρμπάνι το λένε κι έγινε πολύ της μόδας. Μουσουλμανίδες δηλαδή, και η έκπληξή μου ήταν μεγάλη. Οι φίλοι μου ανέφεραν πως η εικόνα αυτή, η παρουσία δηλαδή στις καφετέριες ασυνόδευτων κοριτσιών από τη Μειονότητα με ή χωρίς τουρμπάνι είναι συνηθισμένη τα τελευταία χρόνια. Παρά το συχνό πηγαιμό μου στην πατρίδα, αλλά με αναγκαστικά σύντομη παραμονή, φαίνεται πως μου διαφεύγουν πολλά από τα τεκταινόμενα εκεί.

Αναγνώρισα στον εαυτό μου το δικαίωμα να πειράξω, όπως τον παλιό καλό καιρό, τις τουρμπανοφορούσες αυτές κοπελιές, καθώς ήμουνα στην ηλικία του παππού τους και ακίνδυνος πια.


-Καλέ ασυνόδευτες νυχτιάτικα; Θα σας κλέψουν!
 
Το πείραγμα αυτό αποτέλεσε αφορμή να πιάσουμε κουβέντα και ακολούθησαν κι άλλες εκπλήξεις. Συστηθήκαμε, με χαροποίησε το γεγονός που με γνώριζαν κατ’ όνομα από τις δραστηριότητές μου και τα γραπτά μου. Εκείνη την περίοδο έγραφα στο «Αζινλίκτσα» για το πρόσφατο παρελθόν της Μειονότητας, κατά συνέχειες, μια μορφή πολιτικών απομνημονευμάτων. Πετιέται μία και με ρωτάει:

-Ξέρετε, εγώ δεν γνωρίζω σχεδόν τίποτα για το πρόσφατο παρελθόν της Μειονότητας. Απουσίαζα πολλά χρόνια από τη Θράκη, επέστρεψα πριν δυο χρόνια. Και θέλω να μάθω, αλλά δεν βρίσκω καμιά πηγή. Διαβάζω βέβαια τα δικά σας κείμενα. Θα ήθελα όμως κάτι πιο ολοκληρωμένο, κάποιο βιβλίο. Έχετε να μου συστήσετε κάποιο βιβλία;
Αυτή που μου μίλαγε έδειχνε λίγο μεγαλύτερη από 20, μου κάνει εντύπωση η συγκρότηση και η σοβαρότητά της. Και μαθαίνω πως μετά το δημοτικό πήγε στην Τουρκία, στην Προύσα, εκεί τελείωσε το λύκειο, μπήκε στην Οδοντιατρική του εκεί πανεπιστημίου, αποφοίτησε, επέστρεψε πριν δυο χρόνια, ξεμπέρδεψε με το ΔΙΚΑΤΣΑ και πριν 3 μήνες άνοιξε οδοντιατρείο και δουλεύει.

Οι εκπαιδευτικές εξελίξεις στη Μειονότητα είναι γρήγορες και αδυνατώ πια να τις παρακολουθήσω. Εγώ έμεινα στα μέσα της δεκαετίας του 80, όταν οι μαθητές του Τζελάλ Μπαγιάρ έκαναν αποχή από τα μαθήματά τους κι εγώ ήμουνα στην επιτροπή που κατέβηκε στην Αθήνα και συναντήθηκε με τον υφυπουργό παιδείας για να ζητήσει βελτίωση των συνθηκών της μειονοτικής εκπαίδευσης. Και όταν διακόπηκε με άνωθεν εντολή, διάβασε Ιωάννη Καψή που ήταν αρμόδιος για το μειονοτικό στο ΥπΕξ, η αναγνώριση από το ΔΙΚΑΤΣΑ των πτυχίων των μειονοτικών από τα τουρκικά πανεπιστήμια κι αυτοί τότε, καμιά εικοσαριά άτομα ξεκίνησαν κινητοποιήσεις που κράτησαν δυο χρόνια μέχρι να διακιωθούν κι εγώ τους συμπαρεστεκόμουνα.

Ρώτησα για την καταγωγή της νεαρής τουρμπανοφορούσης οδοντιάτρου. Μου είπε πως είμαστε γείτονες στον Κιρ-μαχαλά, είναι κόρη του Αλή, που υπηρετήσαμε μαζί στον στρατό στην Πρέβεζα.

Α τον Αλή, τον αλητάκο, που τον είχα γνωρίσει στην Πρέβεζα στην 660 ΠΑΥΠ, αυτός μόλις 18 χρόνων κι εγώ 26, και συνυπηρετήσαμε εκεί 24 ολόκληρους μήνες, το 76, 77 και 78. Αργότερα στην Κομοτηνή συνάντησα πολλές φορές τον Αλή και τα λέγαμε, ήταν δύσκολα χρόνια για τη Μειονότητα. Ο Αλής είχε γεννηθεί στην Κομοτηνή και είχε τελειώσει το Μουσουλμανικό Σχολείο του Μέστανλη στον Κιρμαχαλά, ενώ εγώ το άλλο σχολείο της ίδιας γειτονιάς, το Κοινοτικό Τουρκικό Δημοτικό. Οι γονείς του, που τους γνώρισα κι αυτούς, καταγόντουσαν από το χωριό Νυμφαία, ένα εντελώς απομονωμένο ορεινό χωριό στα βορειοανατολικά του νομού Ροδόπης σε καμιά εικοσαριά χιλιόμετρα από την Κομοτηνή με μόνη διέξοδο προς τον έξω κόσμο έναν οφιοειδή χωματόδρομο ανάμεσα από τα βουνά που οδηγεί κάποτε στην πόλη. Η Νυμφαία, σήμερα εγκαταλειμμένη, μέχρι τη δεκαετία του 70 έσφυζε από ζωή και είχε πολλούς κατοίκους που η κύρια ασχολία τους ήταν κτηνοτροφία, είχαν γίδια και λίγα βοοειδή, και κυρίως υλοτομία. Η Νυμφαία προμήθευε τα μισά καυσόξυλα της Κομοτηνής. Αργότερα απαγορεύθηκε ή περιορίσθηκε η υλοτομία για λόγους προστασίας των δασών, συνέβαλαν κι άλλοι λόγοι και οι κάτοικοι του εγκατέλειψαν το χωριό και εγκαταστάθηκαν μαζικά στον Κιρ-μαχαλά, δημιουργώντας μια εντελώς νέα συνοικία στα περίχωρα από αυθαίρετα κτίσματα. Η γενιά των γονιών του Αλή από τη Νυμφαία είναι η τελευταία δίγλωσση, πομακόφωνη και τουρκόφωνη. Οι νέες γενιές έχουν αποβάλει εντελώς την πομακοφωνία.
 
Την τελευταία φορά που συνάντησα τον Αλή στην Κομοτηνή με αποχαιρέτησε, και μου ανήγγειλε πως μεταναστεύει στην Τουρκία, στην Προύσα, έχει βρει και μια δουλίτσα εκεί, διότι δεν μπορεί πια εδώ, δεν τα βγάζει πέρα, δεν αντέχει. Εξάλλου η κόρη του πηγαίνει σχολείο εκεί και δείχνει κλίση στα γράμματα, θα κάνει ο, τι μπορεί για να τη σπουδάσει. Ήταν τα μέσα της δεκαετίας του 90, δεν θυμάμαι ακριβώς, του είπα πως τα πράγματα αλλάζουν, τώρα με την ΕΕ οι συνθήκες βελτιώνονται για τη Μειονότητα, άντεξε τόσα δύσκολα χρόνια και τώρα δεν μπορεί που όλα γίνονται καλύτερα, αλλά αυτός είχε πάρει τις αποφάσεις του. Έμαθα πως έφυγε με τη γυναίκα του.
 
Να πριν λίγο καιρό, μετά δέκα χρόνια τον βλέπω ξαφνικά μπροστά μου. «Μπρε σειρά, πώς από δω!». Μου είπε πως επέστρεψε, αλλά βιαζόταν και δεν πρόλαβε να μου εξηγήσει. «Θα σου τα πω μια άλλη φορά.» Τώρα μου τα είπε η κόρη του.


**
 
Μ’ έναν άλλο φίλο μου, τον Χαλήλ, επίσης από τον στρατό, τα είπαμε μόλις προχθές εδώ στη Θεσσαλονίκη. Συναντιόμαστε αραιά και που και τηλεφωνιόμαστε. Αυτός με την οικογένειά του ζει στην Αθήνα και κάνει τον διερμηνέα στις επαφές μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων εμπόρων στις εισαγωγές και εξαγωγές εμπορευμάτων και κινείται μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, Αθήνας-Θεσσαλονίκης και Ιστανμπούλ-Προύσας. Κατάγεται από το Δημάριο Ξάνθης, το πιο απομακρυσμένο ορεινό χωριό, μόλις λίγα μέτρα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Είναι απόφοιτος της ΕΠΑΘ (Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης για τους Μουσουλμάνους), της οποίας οι απόφοιτοι διορίζονται δάσκαλοι στα μειονοτικά σχολεία. Πριν από την ΕΠΑΘ είχε τελειώσει το Ιεροσπουδαστήριο –Medrese του Εχίνου. Να τι μου έλεγε μόλις προχθές, μου τα είχε ξαναπεί δηλαδή: «Στην ΕΠΑΘ μας εκπαίδευαν περισσότερο ως πράκτορες και χαφιέδες, παρά ως δασκάλους. Μας έβαζαν να παρακολουθούμε ο ένας τον άλλον, τι κάνει, τι λέγει, με ποιους έρχεται σε επαφή, αν διαβάζει τούρκικα βιβλία, και να τα αναφέρουμε αυτά στους καθηγητές μας και σε άλλους άσχετους ανθρώπους που κατά καιρούς ερχόντουσαν στην Ακαδημία και μας μίλαγαν. Όταν αποφοίτησα και τέλειωσα και τη θητεία μου εγκαταστάθηκα το 1980 στο Δημάριο και μου έγινε πρόταση να γίνω δάσκαλος του χωριού. Ήμουν διστακτικός. Βάλθηκαν να με πείσουν διάφοροι, γνωστοί ως χαφιέδες, οι πιο αντιπαθείς τύποι στο χωριό. Βρέθηκα σε μεγάλο δίλημμα. Κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν ήθελα να γίνω δάσκαλος, αλλά από την άλλη θα είχα ένα σίγουρο και καλό μισθό. Τελικά δεν άντεξα, είπα μακριά από τη Θράκη, όσο πιο μακριά τόσο πιο καλά, και κατέβηκα την Αθήνα να δουλέψω στις οικοδομές. Τώρα όταν ανεβαίνω στο χωριό, αυτοί που προσπαθούσαν να με πείσουν να γίνω δάσκαλος, ακόμα κι αυτοί μου λένε πως καλά έκανα και δεν δέχθηκα να γίνω.» Ο Χαλήλ έχει τρία παιδιά, δυο κόρες και ένα γιο μικρότερο. Έλεγε για τα παιδιά του: «Μόλις έφτασαν σε ηλικία να πάνε σχολείο τα έστειλα ένα ένα στην Τουρκία. Μακριά από τα σχολεία της Θράκης, δεν είχα καμιά εμπιστσύνη σ’ αυτά.
 
Η μεγαλύτερη κόρη σπούδαζε αγγλική φιλολογία, γνωρίσθηκε με έναν νεαρό συγχωριανό του, ο οποίος ζούσε και σπούδαζε στη Γερμανία, τον ερωτεύτηκε, παράτησε τις σπουδές της στην Τουρκία, παντρεύτηκε και τώρα είναι στη Γερμανία. Ο γιος σπουδάζει στην Πόλη διεθνείς σχέσεις. Η μικρότερη κόρη σπούδασε νηπιαγωγός, τελείωσε τις σπουδές της και τώρα εδώ και δυο μήνες είναι στην Αθήνα με τους γονείς της. Του λέω πως στη Θράκη τώρα ανοίγουν πολλά νηπιαγωγεία και η κόρη του θα μπορούσε να προσληφθεί εκεί. «Μα δεν ξέρει γκρι ελληνικά, μόνο τούρκικα και αγγλικά.» Ενώ ο ίδιος την ώρα που συζητάμε δέχεται ένα τηλεφώνημα από τη γυναίκα του με την οποία μιλάει πομάκικα. Μαζί μου μιλάει τούρκικα, αλλά εκεί που δεν τα καταφέρνει καλά με τα τούρκικα το γυρίζει στα ελληνικά. Μεταξύ μας πάντα μιλάμε μικτή γλώσσα, μισά τούρκικα και μισά ελληνικά. Λέγει για την κόρη του που τώρα την έχει μαζί του στην Αθήνα. «Πήγα να της μιλήσω για δουλειά, πού και πώς μπορώ να την τακτοποιήσω. Ούτε που με άκουσε. Αργότερα μου λέει. Μεγάλωσα και σαν παιδί δεν έζησα καθόλου μαζί σας. Θέλω να χαρώ αυτό το διάστημα που επιτέλους είμαι με τους γονείς μου.» Δεν ξέρω, αλλά πολύ με συγκίνησε αυτό το τελευταίο. Ήταν συγκινημένος και ο Χαλήλ.


**
             
Ο φίλος μου ο Χασάν, Κομοτηναίος, απόφοιτος της ΕΠΑΘ, κι αυτός δεν έγινε δάσκαλος, όχι τόσο για λόγους αρχής, όπως ο προηγούμενος, αλλά επειδή βρήκε μια δουλειά που τον εκφράζει καλύτερα, είναι πιστός και παραδοσιακός μουσουλμάνος, αλλά και με προοδευτικές αντιλήψεις. Μετά το μειονοτικό δημοτικό δεν μπορούσε τα παιδιά του να τα στείλει στο μειονοτικό γυμνάσιο που έχει κεμαλικές και κοσμικές επιρροές. Βλέπετε ήταν θέμα αρχής γι’ αυτόν, που πηγάζει από τις ιστορικές ενδομειονοτικές διενέξεις. Έτσι για τον γιο του προτίμησε ένα ιδιωτικό γυμνάσιο-λύκειο μιας ισλαμικής αδελφότητας στην Τουρκία, ενώ την κόρη του, κατά τρία χρόνια  μικρότερη, έστειλε σε ελληνικό δημόσιο γυμνάσιο στην Κομοτηνή. Ο γιος σπούδασε ιατρική στην Πόλη, πήρε το πτυχίο του, έκανε αναγνώριση και τελειώνει την ειδικότητά του στην Αλεξανδρούπολη. Η κόρη μετά το λύκειο έκανε χρήση της ειδικής ποσόστωσης για τους μουσουλμάνους και εισήχθη στη Νομική του Δημοκριτείου, αποφοίτησε και ξεκίνησε την άσκησή της ως υποψήφιος δικηγόρος. Ο τοπικός τύπος έγραψε γι’ αυτήν πως θα είναι η πρώτη μαντιλοφορούσα δικηγορίνα στα ελληνικά δικαστήρια, ο ελληνόφωνος τύπος έγραψε, ο τουρκόφωνος τσιμουδιά.
 
**
Ένας άλλος φίλος μου, συνάδελφος ιατρός στην Κομοτηνή, που σπούδασε στην Πόλη μετά το Τζελάλ Μπαγιάρ, «κεμαλικός» αυτός που διαβάζει Cumhuriyet, τη μοναχοκόρη του τη Σεμπάτ μετά το μειονοτικό δημοτικό την έστειλε σε δημόσιο γυμνάσιο. Αντέδρασαν οι γονείς του, αλλά αυτός αντιστάθηκε, όπως είχε αντισταθεί και για τη γυναίκα του να έχει ακάλυπτη την κεφαλή της, όταν αυτοί απαιτούσαν η νύφη τους να έχει την παραδοσιακή ένδυση της πιστής μουσουλμανίδας. Η Σεμπάτ μετά το λύκειο εισήχθη στη Νομική του Διμοκριτείου, πήρε το πτυχίο της πριν δυο χρόνια. Και παντρεύτηκε πρόσφατα τον εκλεκτό της καρδιάς της, ένα νεαρό απόφοιτο του Πολυτεχνείου Ξάνθης, γιο Επαθίτη δασκάλου, ήμουνα παρών στον γάμο τους.

Η Σεμπάτ γράφει ποιήματα, πριν μερικά χρόνια εξέδοσε την πρώτη της ποιητική συλλογή με ποιήματα γραμμένα στην τουρκική και την ελληνική. Ο υποφαινόμενος κλήθηκα να μεταφράσω τα τούρκικα ποιήματά της στην ελληνική, κάποιος άλλος φίλος τα ελληνικά στην τουρκική για τις ανάγκες της έκδοσης. Συμμετείχα και στην παρουσίαση της συλλογής μαζί με τον δήμαρχο Κομοτηνής κ. Τάσο Βαβατσικλή. Ένα απόσπασμα από αυτά που είπα τότε: «Η Σεμπάτ μας παρουσιάζεται ως το πρώτο δείγμα αυθεντικά δίγλωσσου μειονοτικού που και τις δυο γλώσσες έμαθε σχεδόν ταυτόχρονα και τις χρησιμοποιεί το ίδιο καλά τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο. Εγώ λχ δεν είμαι αυθεντικά δίγλωσσος, διότι τα ελληνικά έμαθα ως ξένη γλώσσα και τα τελειοποίησα μετά τα 18 μου. Γνωρίζω πως υπάρχουν πολλοί από τη νέα γενιά, που θα γίνουν ολοένα περισσότεροι, μπορεί να μη γράφουν ποιήματα, αλλά μιλάνε το ίδιο καλά τις δυο γλώσσες. Η διγλωσσία, αυτό το άγνωστο φαινόμενο μέχρι πριν λίγα χρόνια, είναι μονόδρομος για τη Μειονότητα.»
 
 
 
(*) Bundan 10 yıl önce, iktidar değişikliğinin de yarattığı yeni koşullarda, Frangudaki Programı, kurulu düzen (Derin Devlet) tarafından saldırıya uğruyor ve durdurulma ve iptal tehlikesiyle karşı karşıya kalıyordu. Zira “azınlık eğitimine” (köstek yerine) destek olmak, azınlıkçılığı öne çıkarmak ve Yunan milliyetçiliği merkezli hedeflerden uzaklaşmakla suçlanıyordu. Sonunda ne oldu da program devam etti, bilmiyorum. Avrupa Birliği tarafından finanse edilmesi olayı vaziyeti kurtardı sanıyorum.


10 yıl sonra şimdi saldırı “bizim” Derin Devletten. Daha ilk gününden itibaren Koca Kapı Frangudaki Programını sevemedi, istemedi, reddetti. Neden mi? Bunca yıl sonra Koca Kapı’nın beyninin içine girmiş olarak nasıl düşündüğünü tahlil edebiliyoruz. Koca Kapı’nın Frangudaki Programını niye reddettiğini ayrı bir yazıda tahlil etmeye çalışacağım. Programın reddedilişi, Azınlığa zararlı olduğundan, asimilasyon amacı güttüğünden, azınlık eğitimini baltaladığından ve benzeri iddialarla reddedilmiyor. Gerçi bu süre içinde bütün bu iddialar denendi, ama tutmadı. Frangudaki Programı kitapları eski ve yetersizmiş diye, yazıldıkları amaca, yani Yunanca dilini öğretmeye hizmet etmiyormuş diye istenmiyor (!). O kitapların yerine devlet okullarındaki kitaplar isteniyor. Arada AB olmasa, Yönetimin ve Derin Devletin arayıp ta bulamadığı bir öneri. Zaten Bakanlık geçen yıl iki çeşit kitap ta kullanılabilir diye karar çıkarmış. Buna rağmen okulları kapatmak ve BOYKOT. Diğerleri yanında Derin Devlete bir biat egzersizi, unutmayalım. “Bak gör, Azınlık kimin denetimi ve kimin yönetimi altında.”


İskeçeli bir genç arkadaş, boykota katılan niye İskeçe’den 40 okul da Gümülcine’den yalnız 10 diye sormuş. “Siz İskeçeliler millî provokasyonların peşinden sürüklenmeye daha eğilimlisiniz” diye bir yanıt verdim. Devam edeyim. Millî kimlik sürecini tamamlamış olarak biz Gümülcineliler Derin Devlet huzurunda sınav verme ihtiyacını hissetmiyoruz. Sonra, Derin Devlet ödenekleri İskeçe’ye Gümülcine’den kat kat fazla.
 


İbram Onsunoğlu


Ετικέτες: Batı Trakya, Eğitim, Azınlık, Müslüman Çokları Eğitme Programı, Anna Frangoudaki, Thaleia Dragona