ΠΗΓΕΣ ΔΥΣΠΙΣΤΙΑΣ ΣΤΗ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ

ΠΗΓΕΣ ΔΥΣΠΙΣΤΙΑΣ ΣΤΗ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ

  • ΠΗΓΕΣ ΔΥΣΠΙΣΤΙΑΣ ΣΤΗ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ

...κατά τον χρόνο εμφάνισης της ομάδας Φραγκουδάκη στη Θράκη
 
Την ώρα που κυριαρχεί η εισαγόμενη, απροσανατόλιστη και κενού περιεχομένου “δυσπιστία”
 
 
Αναδημοσιεύουμε την εισήγηση του Ιμπράμ Ονσούνογλου έτσι όπως εκφωνήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2008 στην ημερίδα με θέμα «Μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις στην εκπαίδευση της Μειονότητας» και την παρουσίαση του βιβλίου «ΠΡΟΣΘΕΣΗ κι όχι αφαίρεση, ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ κι όχι διαίρεση» της ομάδας Φρανγκουδάκη που διεξήχθη σε αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου Αθήνας και πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΑΖΙΝΛΙΚΤΣΑ τεύχος Μαρτίου 2008. Άλλοι εισηγητές από τη Μειονότητα ήταν ο Μουσταφά Μουσταφά, ο Ιλχάν Αχμέτ και η Νντιλντάρ Μουσταφά.
 
 
Έπεσα κι εγώ θύμα του επωνύμου μου κι έτσι είμαι ο τελευταίος ομιλητής, κάτι που δεν ήθελα. Δεν θα ήθελα να μιλήσω τελευταίος, να έχω αυτό το προνόμιο, οι τελευταίες εντυπώσεις σας να είναι από τα δικά μου λεγόμενα και να σας αφήσουν μια στυφή γεύση.
 
Οι προλαλήσαντες αναφέρθηκαν εκτενώς στο περιεχόμενο του βιβλίου, ο καθένας από τη σκοπιά του, στο εκπαιδευτικό κομμάτι, την πρωτοποριακή δουλειά της Ομάδας Φραγκουδάκη και τις ευρύτερες πέρα από τη Θράκη και τη Μειονότητα διαστάσεις του έργου που έχει παραχθεί και της εκπαιδευτικής εμπειρίας που έχει κατακτηθεί. Εγώ θα σας μιλήσω για ένα άλλο θέμα, για τις πηγές δυσπιστίας της Μειονότητας την εποχή που για πρώτη φορά η Ομάδα κατέφθασε στη Θράκη. Η δυσπιστία αυτή της Μειονότητας, διάχυτη και έντονη τότε πριν μια δεκαετία, ενείχε τη δύναμη να σαμποτάρει και να ακυρώσει την όλη προσπάθεια. Και δεν ήταν η μόνη, ήταν και η δυσπιστία της Πλειονότητας, πιο αποτελεσματική, που επίσης μπορούσε να παρεμβάλει εμπόδια, ώστε να αναγκάσει την ομάδα να παραιτηθεί και να φύγει άπρακτη. Εάν τελικά ξεπεράσθηκε αυτή η διπλή δυσπιστία είναι πραγματικά ένας άθλος που δεν νομίζω να επισημάνθηκε αρκετά. 
 
Έτσι λοιπόν όταν πριν 10 χρόνια η κ. Φραγκουδάκη και η κ. Δραγώνα με τους συνεργάτες τους ανέβηκαν στη Θράκη στα πλαίσια του Προγράμματος Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων και ήρθαν σε επαφή με τους μειονοτικούς το κυρίαρχο συναίσθημα που εισέπραξαν απ’ αυτούς ήταν η δυσπιστία. Με την ίδια και βαθύτερη δυσπιστία αντιμετωπίσθηκαν και από τους πλειονοτικούς της Θράκης, αν και το περιεχόμενο της δυσπιστίας των δεύτερων ήταν τελείως διαφορετικό ή ίσως ο όρος δυσπιστία δεν είναι ο κατάλληλος για να χαρακτηρισθεί η αντίδρασή τους.
 
Η αντίδραση των μειονοτικών μπορούσε να συνοψισθεί ως εξής: Δεν μπορεί να υπάρξει προσέγγιση καλών προθέσεων στην εκπαίδευση της Μειονότητας, έτσι όπως προσπαθεί να μας διαβεβαιώσει η κ. Φραγκουδάκη. «Κάποιο λάκκο έχει φάβα. Θα πρέπει να ήρθαν να μας εξαπατήσουν. Δείχνουν γλυκομίλητοι, διαλλακτικοί, μας ακούνε και συμφωνούν μαζί μας. Αλλά απλώς κρύβουν τις πραγματικές τους προθέσεις. Πρόκειται για λύκους με προβιά προβάτου. Θα επιδιώκουν την αφομοίωση της Μειονότητας.»
 
Ενώ η άλλη, των πλειονοτικών, διατυπωνόταν ως άρνηση: Δεν πρέπει να υπάρξει τέτοια προσπάθεια. «Τι είναι αυτά που λέτε κ. Φραγκουδάκη! Να μορφώσουμε τους Τούρκούς; Την ώρα που εμείς κάνουμε το παν για να μην ξυπνήσουν! Αυτή θα είναι η εθνική πολιτική για τη Θράκη!»
 
Αυτά το 1997, πριν 10 χρόνια.
 
«Τι είναι αυτά που λέτε κ. Πρόεδρε! Αυτή θα είναι η εθνική πολιτική της νέας κυβέρνησης για τη Θράκη!» Με τα λόγια αυτά αντέδρασε ένας δημοσιογράφος της παράταξής του και εκδότης τοπικής εφημερίδας στον τότε πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη σε συνέντευξη τύπου στην Κομοτηνή, όταν αυτός ανήγγειλε την άρση των «διοικητικών οχλήσεων» σε βάρος της Μειονότητας και διακήρυξε τη νέα πολιτική ισονομίας και ισοπολιτείας. Τότε ο Μητσοτάκης έσκυψε στο αυτί του διπλανού υπουργού και τον ρώτησε ψιθυριστά, τόσο ψιθυριστά ώστε να τον ακούσει όλη η αίθουσα: «Ποιος είναι αυτός ο μ…άκας;» Ήταν Μάης του 1990.
 
Δεν έδειξε όμως την ίδια αποφασιστικότητα η κεντρική εξουσία στα επόμενα χρόνια στην εφαρμογή της διακηρυγμένης πια ισονομίας και ισοπολιτείας. Η άρση των διοικητικών μέτρων προχωρούσε αργά και με υπαναχωρήσεις, σε σημείο που να αμφισβητείται αν η πραγματική πρόθεση της Διοίκησης ήταν αυτή. Το άλλοθι πάντα ήταν η αντίδραση των τοπικών φορέων και άλλων, αλλά αυτό εν πολλοίς ήταν ψευδές. Όχι πως δεν υπήρχαν αντιδράσεις, και λυσσαλέες μάλιστα, τα οργανωμένα συμφέροντα γύρω από ένα καθεστώς δεκαετιών, ο τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας της ίδιας της τοπικής διοίκησης, οι μηχανισμοί και παραμηχανισμοί στηριζόντουσαν στην καταπίεση της Μειονότητας. Αλλά, αλήθεια, μπορούσε να σταθεί ηθικά και πολιτικά μια τέτοια δικαιολογία, ότι κάποιοι απαιτούσαν τη συνέχιση των παρανομιών και των διακρίσεων σε βάρος μιας ομάδας πληθυσμού και οι κυβερνήσεις υποχρεώνονταν να ενδώσουν; Η αλήθεια είναι ότι για μεγάλο διάστημα η ίδια η κεντρική εξουσία ήταν αμφιθυμική στην άρση των διοικητικών μέτρων, αν πρέπει να προχωρήσει, κατά πόσο πρέπει να προχωρήσει, σ’ αυτό περισσότερο, στο άλλο λιγότερο.
 
Με κάθε ευκαιρία όμως επαναλάμβανε πως η Μειονότητα απολαμβάνει πλήρους ισονομίας και ισοπολιτείας χωρίς διακρίσεις. Μα τα ίδια δεν διακήρυττε και πριν από το ’90 σε περιόδους τότε που οι διακρίσεις ήταν ισοπεδωτικές και τα διοικητικά μέτρα ασφυκτικά, ενώ η Μεγάλη Δίωξη σε πλήρη εφαρμογή, ότι οι Μουσουλμάνοι της Θράκης «αυξάνονται και πληθύνονται και ευημερούν»;
 
Σε κάθε περίπτωση το κλείσιμο του κύκλου της Μεγάλης Δίωξης, που είχε ανοίξει το 1965, άρχισε τον Μάη του 1990 και συντελέσθηκε τον Ιούλιο του 1998 με την κατάργηση του άρθρου 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας. Η διάταξη αυτή έδινε το δικαίωμα στη Διοίκηση να αφαιρεί την ελληνική ιθαγένεια από κάθε μειονοτικό που επέλεγε, χωρίς καν προηγούμενη προειδοποίηση του θύματος, και να τον καθιστά ανιθαγενή και άπατρι. Δεν ήταν ακριβώς έτσι η διάταξη, αλλά πάντως με αυτόν τον τρόπο και καταχρηστικώς χρησιμοποιήθηκε. Δεν θα αποφύγω να αναφερθώ στη στάση του Στέλιου Παπαθεμελή. Όταν από την κυβέρνηση Σημίτη κατατέθηκε στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο για την κατάργηση του άρθρου 19, αυτός αντιτάχθηκε, χαρακτηρίζοντάς το «ως την τελευταία γραμμή αμύνης του Ελληνισμού στη Θράκη».
 
Η εμφάνιση της Ομάδας Φραγκουδάκη στη Θράκη γίνεται το 1997 κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο. Πολλά από τα μέτρα έχουν αρθεί πλήρως και άλλα έχουν χαλαρώσει σε μεγάλο ή μικρότερο βαθμό. Το γεγονός όμως αυτό, παρά το ότι έχει προκαλέσει μεγάλη ανακούφιση και έχει διακόψει την επιταχυνόμενη μετανάστευση στην Τουρκία και σε χώρες της ΕΕ, δεν έχει γίνει ακόμα πλήρως συνειδητό από τη Μειονότητα, η οποία αισθάνεται ακόμα ανασφαλής και δεν μπορεί να πιστέψει για τον οριστικό χαρακτήρα της νέας πολιτικής, φοβούμενη πάντα ένα πισωγύρισμα με αφορμή λχ μια ελληνοτουρκική κρίση. Υπήρχε τότε (και υπάρχει ακόμα σε μικρότερο βαθμό) μια διάχυτη δυσπιστία η οποία τροφοδοτείται και από τη σκληρή και ανυποχώρητη στάση της Διοίκησης σε θέματα που άπτονται του μειονοτικού καθεστώτος, όπως είναι η ανάδειξη των μουφτήδων, οι αρχαιρεσίες για τη διοίκηση των βακουφίων, το κλείσιμο των ιστορικών σωματείων που φέρουν το επίθετο «τουρκικό» στον τίτλο τους και η μειονοτική εκπαίδευση.
 
Η μειονοτική εκπαίδευση, που παρέχεται στα μειονοτικά σχολεία, δημοτικά και γυμνάσια-λύκεια, αλλά γενικότερα η εκπαίδευση στη Μειονότητα ήταν το μεγάλο θύμα της Μεγάλης Δίωξης. Η μειονοτική εκπαίδευση, αυτό το ημικρατικό και ημιιδιωτικό μόρφωμα, που γίνεται στόχος τόσων αρνητικών σχολίων στη σημερινή της μορφή και κατάντια, γνώρισε μεγάλη άνθηση μεταξύ 1950 και ’65 στα χρόνια της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, με τη σύμπραξη και της Τουρκίας, και ανταγωνιζόταν σε ποιότητα τη δημόσια εκπαίδευση. Ο υποφαινόμενος είμαι από τη γενιά αυτή.
 
Μετά τη χρυσή 15ετία, κατά την οποία συμβαίνει έκρηξη στη μειονοτική εκπαίδευση, αυτή στα χρόνια της Μεγάλης Δίωξης που ακολουθούν αποτελεί τον κατ’ εξοχήν στόχο διωγμών, υπονομεύεται και υποβαθμίζεται μεγάλως, τίθεται υπό ασφυκτικό κρατικό έλεγχο με την κακή σημασία χάνοντας τον ημιαυτόνομο χαρακτήρα της και γίνεται ουσιαστικά κρατική. Και η αρχή που διέπει τη λειτουργία της συνοψίζεται στο σύνθημα «όσο λιγότερα μαθαίνουν τόσο το καλύτερο». Ως βασικός μοχλός υποβάθμισης, αλλά και αποτουρκοποίησης της μειονοτικής εκπαίδευσης χρησιμοποιείται η Ειδική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης για τους Μουσουλμάνους. Αυτή ιδρύθηκε το 1968 από τη Χούντα και λειτουργεί μέχρι σήμερα για την παραγωγή δασκάλων που θα διδάξουν τα τουρκόφωνα μαθήματα στα μειονοτικά σχολεία. Πρόκειται για ένα απίθανο κατασκεύασμα διετούς φοίτησης, «bon pour lOrient», που εποπτεύεται από ΥπΕξ και ΚΥΠ, μια σύλληψη ολοκληρωτικού καθεστώτος. Κάτω από τις συνθήκες αυτές δεν μπορούσε να μην πάσχει βαρέως το τουρκόφωνο κομμάτι, αλλά εξίσου βαρέως και περισσότερο έπασχε και το ελληνόφωνο κομμάτι της μειονοτικής εκπαίδευσης, η οποία γενικά είχε καταντήσει μια μη εκπαίδευση.
 
Αυτές οι συνθήκες επικρατούσαν γενικά στη Μειονότητα και ειδικότερα στην εκπαίδευση τον καιρό που κάνουν την εμφάνισή τους στη Θράκη οι Φραγκουδάκη και Δραγώνα με τους συνεργάτες τους για να θέσουν σε εφαρμογή το φιλόδοξο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων.
 
Τα παρακάτω είναι προσωπικά συμπεράσματα και διαπιστώσεις από τη χαλαρή έως πολύ χαλαρή παρακολούθηση των δραστηριοτήτων της Ομάδας από τη μια και των αντιδράσεων, συζητήσεων και προβληματισμών που προκλήθηκαν από τις δραστηριότητες αυτές μέσα στη Μειονότητα από την άλλη, σ’ αυτούς συμμετείχα και ο υποφαινόμενος. Κάποια από τα πρόχειρα αυτά συμπεράσματα και διαπιστώσεις ενέχουν τον κίνδυνο να είναι αυθαίρετα και μη τεκμηριωμένα και ίσως εντελώς λανθασμένα.  
 
Την περίοδο εκείνη, λοιπόν, υπάρχει ακόμα μια διάχυτη δυσπιστία προς κάθε ενέργεια της Πολιτείας κι όταν ακόμα αυτή είναι κάτι ουδέτερο και δεν αφορά κάποιο αντιμειονοτικό μέτρο ή ακόμα και κάτι θετικό, όπως μια πράξη ισονομίας, ότι κάτω από το περιτύλιγμα κρύβει μια παγίδα για τη Μειονότητα και αποσκοπεί στην ενίσχυση των διακρίσεων και της καταπίεσης ή της αποτουρκοποίησης και της αφομοίωσης και αμφισβητεί το μειονοτικό καθεστώς. Με την ίδια δυσπιστία αντιμετωπίζεται και κάθε προσέγγιση των πλειονοτικών, όπως αυτή των δημοσιογράφων, των ερευνητών και της Ομάδας Φραγκουδάκη βέβαια, ότι αυτοί επιτελούν εντεταλμένη υπηρεσία για να παραποιήσουν την αλήθεια, να προπαγανδίσουν τους επίσημους ψευδείς ισχυρισμούς, να ωραιοποιήσουν την ασχήμια. Ναι μεν η δυσπιστία είχε αρχίσει να υποχωρεί κάπως, όταν βαθμιαία γίνεται αντιληπτό πως η άρση ή χαλάρωση των διοικητικών μέτρων μάλλον έχει μόνιμο χαρακτήρα, αλλά η κατάσταση ήταν πολύ μακριά από την αποκατάσταση μιας οποιασδήποτε σχέσης εμπιστοσύνης με τις αρχές. Στα θέματα της εκπαίδευσης όμως, ειδικά στη μειονοτική εκπαίδευση, η δυσπιστία ήταν έντονη, όπως εν πολλοίς είναι μέχρι σήμερα, καθώς αυτή –η μειονοτική εκπαίδευση εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως μια ανεπιθύμητη δραστηριότητα.
 
Την περίοδο εκείνη μέσα στη Μειονότητα δεν είχε συντελεσθεί ακόμα η ιδεολογική ήττα της ρεύματος που υποστήριζε πως τη μοναδική οδό σωτηρίας στη Μειονότητα προσφέρει η Τουρκία. Οι επικεφαλής του ρεύματος αυτού στο πίσω μέρος του εγκεφάλου τους έχουν τη σκέψη να θέσουν θέμα μιας νέας ανταλλαγής πληθυσμών μόλις οι συνθήκες και η συγκυρία το επιτρέψει, γνωρίζοντας βέβαια πως η ανταλλαγή εξελισσόταν ουσιαστικά, και μάλιστα κάτω από άθλιες συνθήκες, με τη βαθμιαία μετανάστευση των Τούρκων μειονοτικών, ενώ των Ελλήνων μειονοτικών εν πολλοίς είχε ολοκληρωθεί. Η Τουρκία όμως ήταν αντίθετη στην πρόταση αυτή. Το αντίπαλο ρεύμα υποστηρίζει την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απεμπλοκή του μειονοτικού από τα ελληνοτουρκικά που με τη λογική των αντιποίνων συνεχώς σε αδιέξοδα το οδηγεί και αναζητεί παράλληλη προστασία από την ΕΕ.
 
Αμφιβάλλω αν η Ομάδα Φραγκουδάκη είχε ενημερωθεί για το κλίμα αυτό και για άλλα πολλά που αποτελούσαν ανυπέρβλητα εμπόδια για το ξεκίνημα και τη συνέχιση της προσπάθειας. Τα ανακάλυψε μέρα με τη μέρα. Ήρθε στη Θράκη ξυπόλητη στα αγκάθια. Ήθελε πολύ ψυχικό απόθεμα να μην τα παρατήσει και σηκωθεί να φύγει.  
 
Πώς να εξηγήσει τώρα η Ομάδα Φραγκουδάκη στους μειονοτικούς πως η προσπάθεια που ξεκινούσε είναι για το καλό τους, πως στοχεύει τη βελτίωση της κατάστασης της παιδείας μέσα στη Μειονότητα, πως αφορά το μέλλον των παιδιών τους και της κοινότητάς τους, για να σπάσει η απομόνωση και η γκετοποίηση, για να πετύχουν μια ομαλή ενσωμάτωση, να είναι ισότιμοι πολίτες με ισότιμη συμμετοχή στο τοπικό γίγνεσθαι; Πώς να τους τα εξηγήσει όλα αυτά χωρίς να γελοιοποιηθεί μπροστά στα δύσπιστα μάτια τους; Και κυρίως να τους πείσει για να πετύχει τη συμμετοχή και τη συνεργασία τους; Αλλά και πώς να εξηγήσει τη διαφοροποίησή της από τις μέχρι τότε ακολουθούμενες πολιτικές και πώς να εκφράσει τη κριτική της στάση απέναντι σ’ αυτές χωρίς να κατηγορηθεί για προδοσία από τους πατριδοκάπηλους που καραδοκούν και χωρίς να ελεγχθεί από τους αρμόδιους που εν πολλοίς επιμένουν στις παλιές αντιλήψεις και επιδιώξεις; Πώς να εξηγήσει ότι έχει μια σχετική αυτονομία απέναντι στην επίσημη  γραμμή την οποίαν δεν μπορεί να την αγνοήσει, αλλά μπορεί και να μην την ακολουθεί; Πώς να τα εξηγήσει όλα αυτά ότι η προσπάθειά της δεν κρύβει παγίδες που αποσκοπούν στην αλλοίωση της ταυτότητάς τους, την οποία σέβεται; Πώς να δείξει ότι κατανοεί και σέβεται την αγωνία και τις ευαισθησίες τους και να γίνει πιστευτή ώστε να καλλιεργήσει μια σχέση εμπιστοσύνης μαζί τους; Στην πράξη βέβαια.
 
Δεν γνωρίζω πόσες φορές η Ομάδα, πέρα από δυσκολίες, εμπόδια και αντιστάσεις, διαισθάνθηκε τον κίνδυνο να σαμποταριστεί η όλη προσπάθειά της και να ακυρωθεί με την άρνηση συνεργασίας εκπαιδευτικών, γονιών, μαθητών και άλλων συνεργατών. Αυτή η απειλή ήταν πάντα παρούσα και αισθητή.
 
Η Ομάδα όταν αρχίζει τις επαφές και αναλαμβάνει δράση ξαφνιάζει θετικά τόσο την ηγεσία όσο και την κοινή γνώμη της Μειονότητας, στην αρχή με τον τρόπο που προσεγγίζει τους ανθρώπους και αντιλαμβάνεται το εκπαιδευτικό και το γενικότερο μειονοτικό πρόβλημα. Εξηγεί αυτό που ήρθε να κάνει, ζητά να ακούσει γνώμες και παρατηρήσεις, ακούει χωρίς να διακόπτει, προτρέπει να εκφραστούν παράπονα, αιτήματα και προτάσεις όποιες κι αν είναι αυτές. Ρωτάει να μάθει, δεν επιβάλλει απόψεις. Μεταφέρω εντυπώσεις: «Δεν ξέρω πού θα βγάλει η ιστορία αυτή, αν θα πετύχει ή αποτύχει. Πάντως φαίνονται καλοπροαίρετοι άνθρωποι και σοβαροί επιστήμονες.»
 
Προκαλούνται συζητήσεις μέσα στη Μειονότητα, λίγοι είναι αυτοί που εκφράζονται θετικά, εκφράζονται κυρίως επιφυλάξεις, επισημαίνεται όμως και η πρωτόγνωρη εμπειρία που τα είπαν με πλειονοτικούς καυτά θέματα ταμπού για εκπαιδευτικά και άλλα μειονοτικά χωρίς να τσακωθούν μαζί τους.
 
Η αρχική δυσπιστία αρχίζει να υποχωρεί στην αρχή κυρίως μεταξύ των γονιών των μαθητών. Ενώ μερίδα της ηγεσίας, η σκληροπυρηνική και εθνικιστική, που υποστηρίζει τον  απομονωτισμό, ευθύς εξαρχής θέλει να απορρίψει το εγχείρημα και ψάχνει για αντιμειονοτικές αιχμές, λάθη και γκάφες για να το καταγγείλει. Παρακολουθεί στενά και, καθώς δεν βρίσκει τίποτα αξιόλογο να καταγγελθεί, σιωπά.
 
Η ηγεσία και ο μειονοτικός τύπος έχουν αναδείξει το εκπαιδευτικό ως το σημαντικότερο πρόβλημα της Μειονότητας. Εν τούτοις είναι αξιοσημείωτο το γεγονός και ενδεικτικό της βαθιάς δυσπιστίας, αλλά και απουσίας αυτοπεποίθησης, που ενώ όλα αυτά τα χρόνια με την παρέμβαση της Ομάδας συντελείται μια πραγματική επανάσταση στον χώρο της εκπαίδευσης με όλα αυτά που περιγράφονται στον τόμο κι πολλά άλλα που δεν περιγράφονται, από την ηγεσία δεν γίνεται σχεδόν καμιά δημόσια τοποθέτηση και από τον κατά τα άλλα λαλίστατο μειονοτικό τύπο καμιά αναφορά υπέρ ή κατά. Τηρείται άκρα σιωπή, την ώρα που η συμμετοχή αυξάνεται, οι συζητήσεις, οι προβληματισμοί και οι ενθουσιασμοί δίνουν και παίρνουν, αλλά μόνο στο προφορικό επίπεδο και ανάμεσα σε παρέες.                   
 
Είναι εντυπωσιακό που η πρώτη δημόσια καταγγελία για το Πρόγραμμα θα έρθει μόλις στον έβδομο χρόνο με αφορμή τις δηλώσεις της κ. Φραγκουδάκη για το μειονοτικό σχολείο, το οποίο χαρακτήριζε κακό σχολείο που δεν επιδέχεται βελτίωση και συμβάλλει στη γκετοποίηση της Μειονότητας και υποστήριζε τη στροφή προς το δημόσιο σχολείο όπου για τις ανάγκες των μειονοτικών μαθητών πρότεινε να εισαχθεί η διδασκαλία της τουρκικής και των θρησκευτικών. Η ηγεσία και οι διανοούμενοι που ήθελαν να προστατέψουν το μειονοτικό σχολείο ως ένα από τα βασικά στηρίγματα του ισχύοντος μειονοτικού καθεστώτος αντέδρασαν έντονα στην πρόταση αυτή, την οποία ερμήνευσαν ως θέση του Υπουργείου Παιδείας, και οι σχέσεις τότε οδηγήθηκαν μέχρι του σημείου ρίξεως. Η σκληροπυρηνική μερίδα της ηγεσίας τότε θεώρησε τον εαυτό της δικαιωμένο που κράτησε επιφυλακτική στάση για τις προθέσεις της Ομάδας και τις επιδιώξεις του Προγράμματος. Ακολούθησαν κι άλλες καταγγελίες πως το Πρόγραμμα που αφορούσε κυρίως την ενίσχυση της διδασκαλίας της ελληνικής είναι υπούλως αφομοιωτικό, ζητήθηκε να υπάρξει παράλληλα και ενίσχυση της διδασκαλίας της τουρκικής, διαφορετικά να ανασταλεί η λειτουργία του. Η Ομάδα αντιμετωπίσθηκε σαν να εκπροσωπούσε το Υπουργείο Παιδείας και σαν να ήταν αυτή υπεύθυνη για όλα τα κακώς κείμενα και αρμόδια να τα διορθώσει, ζητήθηκε να βελτιωθούν οι συνθήκες στη μειονοτική εκπαίδευση, να επανέλθουν οι ανασταλμένες αρμοδιότητες της μειονοτικής κοινότητας, τα υπό ίδρυση νηπιαγωγεία να είναι δίγλωσσα κλπ.  Η κριτική του μειονοτικού σχολείου επιστημονικά μπορεί να ήταν μια τεκμηριωμένη άποψη, αλλά πολιτικά ήταν μια γκάφα. Η ένταση και η ψύχρανση με την ηγεσία και τους διανοούμενους κράτησαν κοντά δυο χρόνια.
 
Πέρα από τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα του Προγράμματος Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων υπήρξαν κι άλλα με κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις, όπως η συμβολή στην ομαλή συμβίωση των δυο στοιχείων στη Θράκη. Ίσως τα τελευταία να αποδειχθούν σημαντικότερα στο μέλλον.


Ετικέτες: Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων, Άννα Φραγκουδάκη, Θάλεια Δραγώνα, Θράκη, Εθνικισμός