Ο Μάης των εργατών

Ο Μάης των εργατών

  • Ο Μάης των εργατών

Του Γιώργου Πίττα
 
Το 1964 κυκλοφόρησε το βιβλίο του διανοητή Χέμπερτ Μαρκούζε «Ο μονοδιάστατος άνθρωπος, η ιδεολογία της βιομηχανικής κοινωνίας» που πολύ γρήγορα έγινε το μπεστ-σελερ για κάθε αριστερό νέο σε όλο τον κόσμο. Ο Μαρκούζε υποστήριζε χοντρικά ότι μετά το οικονομικό μπουμ που ακολούθησε την καταστροφή του Β’ παγκόσμιου πόλεμου, ο καπιταλισμός είχε πετύχει να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο πάνω στους εργάτες, μέσα από την «κοινωνία της αφθονίας» και του «καταναλωτισμού». Για τον Μαρκούζε και αρκετούς άλλους αριστερούς διανοητές, η «αλλοτριωμένη εργατική τάξη» είχε πάψει να είναι το βασικό υποκείμενο της επαναστατικής ανατροπής. 
 
Τέσσερα μόλις χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου, στη Γαλλία ξεσπούσε η μεγαλύτερη γενική απεργία διαρκείας στην ιστορία, ξυπνώντας τις μνήμες των μαζικών καταλήψεων εργοστασίων που είχαν συγκλονίσει τη Γαλλία το 1936. Στην πραγματικότητα, τα μεταπολεμικά χρόνια της ξέφρενης ανάπτυξης του καπιταλισμού είχαν δημιουργήσει μια νέα εργατική τάξη κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτήν της δεκαετίας του ’30. Η ίδια η ξέφρενη ανάπτυξη στηριζόταν στην υπερεκμετάλλευση της εργατικής τάξης που σε καμιά περίπτωση δεν επιβεβαίωνε την επιφανειακή εικόνα του αλλοτριωμένου από τον καταναλωτισμό και την «αφθονία» εργαζόμενου. 
 
Στη Γαλλία, το 1967 σημαδεύτηκε από εργατικές κινητοποιήσεις στις οποίες η αστυνομία είχε αρχίσει να επεμβαίνει με ολοένα αυξανόμενη συχνότητα. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο Μισέλ Σερτανό, εργάτης στη Ρενό Μπιγιανκούρ και συνδικαλιστής της CGT που επρόσκειτο στο γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα: «Από το 1966 είχε αρχίσει να συσσωρεύεται δυσαρέσκεια για τις συνθήκες εργασίας. Στις αρχές του 1968 η δυσαρέσκεια είχε επικεντρωθεί, ανάμεσα στ’ άλλα, στο ζήτημα των αμοιβών, των συντάξεων και στην επιστροφή στη βδομάδα των 40 ωρών εργασίας».
 
Χρειαζόταν μια σπίθα για να πάρει φωτιά αυτός ο απέραντος ξερός κάμπος. Αυτόν τον ρόλο έπαιξε το φοιτητικό κίνημα και οι μικρές μειοψηφίες της επαναστατικής αριστεράς που έπαιζαν πρωτοπόρο ρόλο μέσα σε αυτό. Τις βδομάδες από το Μάρτη στο Μάη του 1968, η αμείλικτη στάση και η καταστολή που χρησιμοποίησε ο Ντε Γκωλ για να εξουδετερώσει το φοιτητικό κίνημα, γύρισε τελικά μπούμερανγκ.
 
Κάθε απόπειρα καταστολής που επιχείρησε ο Ντε Γκώλ είχε σαν αποτέλεσμα την περαιτέρω μαζικοποίηση του φοιτητικού κινήματος. Στους εργατικούς χώρους υπήρχε ένας δυνατός μηχανισμός, αυτός της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, που σε όλες τις εργατικές συγκρούσεις έτρεχε να εξασφαλίσει γρήγορα κάποιον συμβιβασμό που θα γύρναγε τους εργάτες στη δουλειά. Αυτός ο μηχανισμός ήταν εξαιρετικά αδύναμος στις σχολές.
 
 
“Νύχτα οδοφραγμάτων”
 
Έτσι, όταν στις 6 Μάη  η κυβέρνηση κλιμακώνει κλείνοντας με λοκ άουτ τη Σορβόνη, αντί για υποχώρηση, χιλιάδες φοιτητές ρίχνονται πάνω στις πολυάριθμες δυνάμεις της αστυνομίας. Στην κορύφωση της φοιτητικής σύγκρουσης, τη «νύχτα των οδοφραγμάτων», το βράδυ της 10ης Μάη στο κέντρο του Παρισιού, χιλιάδες νέα παιδιά της εργατικής τάξης συμμετέχουν πλάι στους φοιτητές, ενώ το σύνολο της εργατικής τάξης είναι μαζί τους.
 
Αυτή η τεράστια πίεση αναγκάζει τα συνδικάτα να καλέσουν την πανεργατική απεργία στις 13 Μάη, προκειμένου να εκτονώσουν την οργή. Η διαδήλωση στο Παρίσι ήταν η μεγαλύτερη που είχε δει η γαλλική πρωτεύουσα από την Απελευθέρωση το 1944. Να πώς περιγράφει την κατάσταση ένας αυτόπτης μάρτυρας: «Ολόκληρα κομμάτια εργαζόμενων στα νοσοκομεία βάδιζαν με τις άσπρες ποδιές τους… Κάθε εργοστάσιο, κάθε μεγάλος χώρος δουλειάς αντιπροσωπευόταν με τα πανό των συνδικάτων. Πολυάριθμες ομάδες σιδηροδρομικών, ταχυδρομικών, τυπογράφων, εργαζόμενων στο μετρό, μεταλλεργατών, εργαζόμενων στο αεροδρόμιο, εμποροϋπάλληλων, ηλεκτρολόγων, δικηγόρων, εργατών ιματισμού, τραπεζοϋπάλληλων, οικοδόμων, εργαζόμενων στις βιομηχανίες γυαλιού και χημικών, σερβιτόροι, δημοτικοί υπάλληλοι, ζωγράφοι και ντεκορατέρ, εργάτες φωταέριου, οδοκαθαριστές, οδηγοί λεωφορείων, εκπαιδευτικοί, η μια σειρά μετά την άλλη, η σάρκα και το αίμα της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας, μια ατέλειωτη μάζα, μια δύναμη που μπορούσε να παρασύρει τα πάντα μπροστά της, αν αποφάσιζε να το κάνει». 
 
Όταν η διαδήλωση τέλειωσε, οι φοιτητές πήγαν και κατέλαβαν τις σχολές τους στο Καρτιέ Λατέν, απ' όπου η αστυνομία είχε αποσυρθεί. Αλλά η εκτόνωση που περίμεναν, από τη μια η κυβέρνηση και από την άλλη οι γραφειοκράτες, θα αργούσε ακόμη πολύ να έρθει. Αυτή ακριβώς η αίσθηση της δύναμης που ανέδειξε μια πανεργατική απεργία καλεσμένη από τους συμβιβασμένους γραφειοκράτες, τις επόμενες μέρες, μεταφράστηκε σε μια μεγάλη γενική απεργία από τα κάτω. 
 
Την επόμενη μέρα, οι εργάτες της Sud Aviation, ενός εργoστασίoυ κατασκευής εξαρτημάτων αεροπλάνων στη Ναντ, στο οποίο δρούσαν τροτσκιστές κι αναρχικοί, μετατρέπουν μια δεκαπεντάλεπτη στάση εργασίας με «οικονομικά» αιτήματα σε κατάληψη, στήνοντας οδοφράγματα στις εισόδους. Τη μεθεπόμενη, σε ένα εργοστάσιο της Ρενό στο Κλεόν, όταν το μεσημέρι οι εργάτες μαθαίνουν για την κατάληψη στη Sud Aviation, ξεσηκώνονται. Όταν ο μάνατζερ αρνείται να τους συναντήσει τον κλειδώνουν μέσα. Έτσι άρχισε η κατάληψη στο Κλεόν. Στις 16 του μήνα οι καταλήψεις απλώθηκαν και σε άλλα μεγάλα εργοστάσια. Το πρωί της 17 Μάη ήταν κατειλημμένη, όλη η βιομηχανία κατασκευής αεροσκαφών, όλα τα εργοστάσια της Rhodiaceta και οι καταλήψεις εξαπλώνονταν στα μεταλλουργικά εργοστάσια του Παρισιού και της Νορμανδίας καθώς και στα ναυπηγεία της δυτικής ακτής. 
 
 
Δέκα εκατομμύρια απεργοί
 
Μια βδομάδα ακριβώς μετά τη "νύχτα των οδοφραγμάτων", οι σιδηροδρομικοί άρχισαν να καταλαμβάνουν τους σταθμούς και τα αμαξοστάσια. Την Δευτέρα 20/5, οι απεργίες απλώθηκαν στις ασφαλιστικές εταιρείες, στα πολυκαταστήματα, στις τράπεζες και στα τυπογραφεία. Πλέον, περίπου δέκα εκατομμύρια εργάτες βρίσκονταν σε απεργία. Τα κόμματα της κοινοβουλευτικής αριστεράς και οι ηγεσίες των συνδικάτων αναγκάζονται να στηρίξουν τις καταλήψεις, που ξεσπάνε από τα κάτω.
 
Ένας άγγλος δημοσιογράφος έστειλε το παρακάτω τηλεγράφημα στην εφημερίδα του: «Την Τετάρτη οι νεκροθάφτες κατέβηκαν σε απεργία. Δεν είναι καιρός, ούτε να πεθαίνει κανείς τέτοιες ώρες». Όλη η Γαλλία είχε ακινητοποιηθεί. Το απεργιακό κίνημα επεκτάθηκε στα νοσοκομεία, στα μουσεία, στα στούντιο των κινηματογραφικών εταιρειών, στα θέατρα, ακόμα και στις χορεύτριες των Φολί Μπερζέ και οι δημοσιογράφοι και οι τεχνικοί της τηλεόρασης κατέβηκαν σε απεργία διαρκείας. 
 
Η οικονομία έδειχνε σημάδια κατάρρευσης. Οι εμπορικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο άρχισαν να μην δέχονται γαλλικά φράγκα και το περιοδικό Economist έγραφε ότι “κανείς δεν ήταν πια σίγουρος για το ποιος απαντά στο τηλέφωνο της Τράπεζας της Γαλλίας”. 
 
Ήταν τέτοια η ορμή που η κυβέρνηση αναγκάστηκε να στραφεί στις συνδικαλιστικές ηγεσίες για διαπραγματεύσεις, όπου τους πρότεινε αύξηση 35% στον κατώτατο μισθό και 7% αύξηση στους υπόλοιπους μισθούς –στις οποίες και συμφώνησαν. Μόνο που η διασπαστική αυτή συμφωνία ναυάγησε μέσα στις γενικές συνελεύσεις καθώς απορρίπτονταν από τους εργάτες.  
Στις 29 Μάη ο Ντε Γκώλ έφυγε για να συναντήσει τον επικεφαλής του γαλλικού στρατού στη Γερμανία, στρατηγό Μασού. Τέσσερις μέρες μετά την επιστροφή του από τη Γερμανία (αφού έδωσε διαταγές στον κομματικό μηχανισμό να οργανώσει μια διαδήλωση υποστήριξης του καθεστώτος και άφησε να διαρρεύσει ότι συγκέντρωναν στρατό στα περίχωρα της πρωτεύουσας), σε διάγγελμά του κάλεσε σε βουλευτικές εκλογές.
 
Τα κόμματα της κοινοβουλευτικής αριστεράς έτρεξαν να καλωσορίσουν τις εκλογές. Για το Κομμουνιστικό Κόμμα και τη CGT, προεκλογική περίοδος σήμαινε σταμάτημα του απεργιακού κινήματος όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Μέσα σε τρεις μέρες νέες διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε συμφωνία οδηγώντας στο κλείσιμο των απεργιών σε σημαντικούς κλάδους του δημόσιου τομέα με αντάλλαγμα μια σειρά από υποχωρήσεις της κυβέρνησης. Οι απεργίες σε μια σειρά από χώρους κράτησαν ακόμη και μέχρι τις αρχές Ιούλη αλλά το κίνημα είχε ηττηθεί. 
 
Η διαδήλωση που οργάνωσαν οι γκωλικοί στο Παρίσι στο όνομα της τάξης και της ασφάλειας έβγαλε στο δρόμο εκατοντάδες χιλιάδες, ένα κομμάτι της κοινωνίας που λούφαζε, όπως αυτό των μικροεπιχειρηματιών, της πλειοψηφίας των μαγαζάτορων, των πιο πλούσιων αγροτών καθώς κι εκείνο που περίμενε να δει που θα πάνε τα πράγματα, όπως τα πιο συντηρητικά κομμάτια της εργατικής τάξης. Στις εκλογές που έγιναν, ο Ντε Γκωλ πέτυχε μια μεγάλη νίκη.
 
Η ευθύνη για αυτήν την εξέλιξη βαραίνει τις ρεφορμιστικές ηγεσίες της Αριστεράς. Αντί απέναντι στον εκβιασμό του Ντε Γκώλ να σηκώσουν το γάντι, να εντείνουν τις απεργίες και τις καταλήψεις ενάντια στο καθεστώς, να βάλουν μπροστά τη δύναμη της εργατικής τάξης επιβάλλοντας εργατικό έλεγχο και να μην αφήσουν το καθεστώς να χρησιμοποιήσει το στρατό εναντίον της, σύρθηκαν στις εκλογές. Οι δυνάμεις της επαναστατικής αριστεράς, παρά τη δύναμη που είχαν μέσα στα πανεπιστήμια, ήταν ακόμη πολύ νέες, άπειρες αλλά και αδύναμες μέσα στην εργατική τάξη, ώστε να τραβήξουν τα πράγματα σε μια άλλη κατεύθυνση. 
 
Ο Γαλλικός Μάης δεν πέτυχε να ανατρέψει τον καπιταλισμό, Όμως πέτυχε να φέρει ξανά με εκκωφαντικό τρόπο τη δύναμη της εργατικής τάξης και μια νέα επαναστατική αριστερά, στο επίκεντρο της Ιστορίας, σε ένα κύμα ανατροπής που ξεπέρασε τα εθνικά σύνορα της Γαλλίας και τράνταξε όλη την υφήλιο. Μισό αιώνα μετά, στην περίοδο της βαθιάς κρίσης αυτού του συστήματος, αυτά τα δύο κρατούμενα παραμένουν σημαντικά και επίκαιρα όσο ποτέ.


Ετικέτες: Ιστορία, Μάης του 68, Γαλλία