Οι Μπολσεβίκοι και ο αντισημιτισμός

Οι Μπολσεβίκοι και ο αντισημιτισμός

  • Οι Μπολσεβίκοι και ο αντισημιτισμός

(Φωτογραφία: Μέλη της Εβραϊκής Μπουντ με πτώματα των συντρόφων τους που σκοτώθηκαν στην Οδησσό κατά τη Ρωσική Επανάσταση του 1905)

 
 

Του Brendan Mcgeever
 
Νωρίς το πρωί, 25 Οκτωβρίου 1917. Οι εργάτες καταλαμβάνουν στρατηγικές θέσεις στους ανεμοδαρμένους δρόμους της Πετρούπολης. Στο Χειμερινό Ανάκτορο, ο επικεφαλής της Προσωρινής Κυβέρνησης Alexander Kerensky περιμένει με ανυπομονησία το αμάξι της απόδρασής του. Έξω, οι Κόκκινοι Φρουροί έχουν καταλάβει το Κεντρικό Τηλεγραφείο. Η κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους είναι πλέον γεγονός.
 
Δεν υπάρχουν φώτα ή τηλέφωνα στο παλάτι. Από το παράθυρο του, ο Κερένσκι μπορεί να δει την Γέφυρα των Ανακτόρων, η οποία έχει καταληφθεί από μπολσεβίκους ναύτες. Τελικά, έχοντας εξασφαλίσει ένα αυτοκίνητο από την Αμερικάνικη Πρεσβεία, ο Κερένσκι ξεκινά την απόδραση του από την Κόκκινη Πετρούπολη. Καθώς το όχημα στρίβει σε μια γωνία, ο Κερένσκι παρατηρεί ένα πρόσφατα ζωγραφισμένο σύνθημα στον τοίχο του Παλατιού: «Κάτω ο Εβραίος Κερένσκι, ζήτω ο σύντροφος Τρότσκι».
 
Το σύνθημα αυτό διατηρεί τον παραλογισμό του έναν αιώνα μετά: ο Κερένσκι, φυσικά, δεν ήταν Εβραίος, ενώ ο Τρότσκι ήταν. Ωστόσο, το σύνθημα αυτό καταδεικνύει τον συγκεχυμένο και αντιφατικό ρόλο που έπαιξε ο αντισημιτισμός κατά την επαναστατική διαδικασία. Σε ένα μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας που αναφέρεται στην Ρώσικη Επανάσταση, ο αντισημιτισμός παρουσιάζεται ως μια μορφή «αντεπανάστασης», ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της αντί-μπολσεβίκικης δεξιάς.
 
Υπάρχει, βέβαια, μεγάλο μέρος της αλήθειας σε αυτόν τον ισχυρισμό: το τσαρικό καθεστώς καθορίστηκε από τον αντισημιτισμό του, και στο καταστροφικό κύμα αντι-εβραϊκής βίας που ακολούθησε την οκτωβριανή επανάσταση στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου (1918-1921), το μεγαλύτερο μέρος των βιαιοπραγιών διαπράχθηκε από την Λευκή Φρουρά και άλλες δυνάμεις που στράφηκαν ενάντια στην εκκολαπτόμενη Σοβιετική Κυβέρνηση. Ωστόσο, αυτό είναι ένα μέρος της ιστορίας.
 
Ο αντισημιτισμός διαπέρασε το πολιτικό φάσμα της Επαναστατικής Ρωσίας, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος σε όλες τις κοινωνικές και πολιτικές ομάδες. Για τους μαρξιστές, ο ρατσισμός και ο πολιτικός ριζοσπαστισμός συχνά βρισκόντουσαν υπό αμφισβήτηση. Όμως, το 1917, ο αντισημιτισμός και η ταξική δυσαρέσκεια μπορούσαν να είναι δύο αλληλοκαλυπτόμενες ή συγκρουόμενες μεταξύ τους κοσμοθεωρίες.
 
 
Φεβρουάριος: Μια επανάσταση στην ζωή των Εβραίων
 
Η επανάσταση του Φεβρουαρίου άλλαξε την ζωή των Εβραίων. Μέρες μετά την παραίτηση του τσάρου Νικόλαου ΙΙ, είχαν αρθεί όλοι οι νομικοί περιορισμοί που ισχύανε για τους Εβραίους.
 
Περισσότερα από 140 νομοθετήματα, τα οποία ανέρχονταν σε μερικές χιλιάδες σελίδες, καταργήθηκαν εν μία νυκτί. Μια ειδική συνεδρίαση οργανώθηκε από το Σοβιέτ της Πετρούπολης, για να επισημάνουν την ιστορική στιγμή της κατάργησης αυτών των νόμων. Ήτανε παραμονή του εβραϊκού Πάσχα, 24 Μαρτίου 1917. Η εβραϊκή αντιπροσωπεία που μίλησε στην συνάντηση αυτή έκανε αμέσως την σύνδεση: Είπαν ότι η Επανάσταση του Φεβρουαρίου μπορεί να συγκριθεί με την απελευθέρωση των Εβραίων από την σκλαβιά στην Αίγυπτο.
 
Ωστόσο, η επίσημη χειραφέτηση δεν συνοδεύτηκε από την εξάλειψη της αντι-εβραϊκής βίας. Ο αντισημιτισμός είχε βαθιές ρίζες στην Ρωσία και η συνεχιζόμενη εμφάνισή του το 1917 ήτανε στενά συνδεδεμένη με την πτώση και την άνοδο του επαναστατικού ρεύματος. Καθ’ όλη την διάρκεια του 1917, πραγματοποιήθηκαν τουλάχιστον 235 επιθέσεις σε Εβραίους. Ενώ αποτελούσαν μόνο το 4,5% του πληθυσμού, περίπου το 1/3 των θυμάτων από πράξεις σωματικής βίας σε εθνικές μειονότητες εκείνη την χρονιά ήτανε Εβραίοι.
 
Αμέσως μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου, κυκλοφορήσαν φήμες επικείμενων αντι-εβραϊκών πογκρόμ στους δρόμους των ρώσικων πόλεων, σε τέτοιο βαθμό, που όταν πρωτοσυνεδρίασαν τα Σοβιέτ της Πετρούπολης και της Μόσχας, το ζήτημα του αντισημιτισμού βρισκότανε ψηλά στην ημερήσια διάταξη. Οι βιαιοπραγίες που διαπράχθηκαν στην πραγματικότητα εκείνες τις πρώτες εβδομάδες ήτανε σπάνιες. Μέχρι τον Ιούνη, όμως, ο εβραϊκός τύπος είχε αρχίσει να αναφέρεται σε «ομάδες εργατών» οι οποίες συγκεντρώνονταν σε γωνίες των δρόμων για να υποδεχτούν πογκρομιστές που στις ομιλίες τους διακύρρηταν ότι το Σοβιέτ της Πετρούπολης ελέγχεται από «Εβραίους». Μερικές φορές, ηγέτες των μπολσεβίκων ερχόντουσαν αντιμέτωποι με τέτοιο αντισημιτισμό. Αρχές Ιουλίου, καθώς ο Vladimir Bonch-Bruevich, μελλοντικός γραμματέας του Λένιν, περπατούσε στον δρόμο, συνάντησε ένα πλήθος που καλούσε ανοιχτά σε αντι-εβραϊκό πογκρόμ. Με χαμηλωμένο το κεφάλι, επιτάχυνε το βήμα του. Όλο και περισσότερες αναφορές φτάνανε για παρόμοιες μαζώξεις.
 
Κατά καιρούς, η ταξική δυσαρέσκεια και οι αντισημιτικές διαμαρτυρίες για την Εβραϊκότητα συμπλέκονταν: αργότερα τον Ιούλη, σε μια ανοιχτή συγκέντρωση, οι ομιλητές καλούσαν το πλήθος να «γκρεμίσει τους Εβραίους και την αστική τάξη». Ενώ, αμέσως μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου, τέτοιες ομιλίες είχαν αποτύχει να έχουν πραγματική απήχηση, τώρα συγκέντρωναν μεγάλα ακροατήρια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πραγματοποιήθηκε το πρώτο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών και των στρατιωτών στην Πετρούπολη.
 
 
Το Ζήτημα του Αντισημιτισμού
 
Το πρώτο συνέδριο των Σοβιέτ ήτανε μία ιστορική συνεδρίαση. Συμμετείχαν περισσότεροι από χίλιοι αντιπρόσωποι από όλα τα σοσιαλιστικά κόμματα, εκπροσωπώντας εκατοντάδες τοπικά Σοβιέτ και γύρω στα 20 εκατομμύρια Ρώσους πολίτες. Στις 22 Ιουνίου, καθώς όλο και περισσότερες αναφορές κατέφθαναν για αντισημιτικά επεισόδια, το Συνέδριο παρουσίασε την πιο επίσημη ανακοίνωση του Ρώσικου σοσιαλιστικού κινήματος σχετικά με το θέμα του αντισημιτισμού που είχε παρουσιαστεί ως τότε.
 
Ο μπολσεβίκος Evgenii Preobrazhenskii εισηγήθηκε το ψήφισμα που είχε τον τίτλο «Για την πάλη ενάντια στον αντισημιτισμό». Όταν ο Preobrazhenskii τελείωσε την ομιλία του, ένας εβραίος αντιπρόσωπος σηκώθηκε για να δηλώσει την ολόψυχη έγκριση του, πριν προσθέσει ότι η έκθεση αυτή, ενώ δεν μπορούσε να αναστήσει τους δολοφονημένους Εβραίους των πογκρόμ του 1905, θα βοηθούσε να κλείσουν κάποιες από τις πληγές που συνεχίζανε να προκαλούν τόσο πόνο στην Εβραϊκή κοινότητα. Το κείμενο εγκρίθηκε ομόφωνα από το Συνέδριο.
 
Το ψήφισμα ουσιαστικά επανέλαβε την πάγια άποψη της σοσιαλδημοκρατίας ότι ο αντισημιτισμός ισοδυναμούσε με αντεπανάσταση. Ωστόσο, περιείχε και μια σημαντική προσθήκη: ο «μεγάλος κίνδυνος», διάβαζε ο Preobrazhenskii, ήταν «η τάση του αντισημιτισμού να μεταμφιέζεται πίσω από ριζοσπαστικά συνθήματα». Αυτή η σύγκλιση της επαναστατικής πολιτικής και του αντισημιτισμού, συνέχιζε το ψήφισμα, αποτελούσε «μια τεράστια απειλή για τους Εβραίους και ολόκληρο το επαναστατικό κίνημα, αφού απειλεί να πνίξει την  απελευθέρωση του λαού στο αίμα των αδερφών μας και να ντροπιάσει όλο το επαναστατικό κίνημα». Η παραδοχή ότι ο αντισημιτισμός και η ριζοσπαστική πολιτική μπορεί να διαπλέκονται ήτανε ένα νέο προχώρημα για το ρωσικό σοσιαλιστικό κίνημα, το οποίο μέχρι τότε είχε την τάση να θεωρεί τον αντισημιτισμό ως αποκλειστικό πεδίο της άκρας δεξιάς. Με την εμβάθυνση των επαναστατικών διαδικασιών στα μέσα προς τέλη του 1917, η παρουσία του αντισημιτισμού σε τμήματα της εργατικής τάξης και του επαναστατικού κινήματος αποτέλεσε ένα αυξανόμενο πρόβλημα το οποίο απαιτούσε μια σοσιαλιστική απάντηση.
 
 
Η απάντηση των Σοβιετ
 
Μέχρι τα τέλη του καλοκαιριού, τα σοβιέτ είχανε ξεκινήσει μια μεγάλη και ευρεία εκστρατεία ενάντια στον αντισημιτισμό. Το Σοβιέτ της Μόσχας, για παράδειγμα, οργάνωσε ομιλίες και συναντήσεις για τον αντισημιτισμό στα εργοστάσια μέσα στον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο. Στην πρώην Ζώνη Εγκατάστασης, τα τοπικά Σοβιέτ συνέβαλλαν αποφασιστικά στην αποτροπή εμφάνισης πογκρόμ. Στα μέσα Αυγούστου στο Chernigov (Ουκρανία), οι κατηγορίες των μαυροεκατονταρχιτών ότι οι Εβραίοι εφοδιαζόντουσαν ψωμιά οδήγησε σε μια σειρά βίαιων αντι-εβραϊκών αναταραχών. Τελικά, χρειάστηκε να οργανωθεί από μια αντιπροσωπεία του Σοβιέτ του Κιέβου η παρέμβαση μιας ομάδας τοπικών στρατευμάτων για να τερματιστούν οι αναταραχές.
 
Η Προσωρινή Κυβέρνηση προσπάθησε να απαντήσει και αυτή στον αντισημιτισμό. Στα μέσα του Σεπτέμβρη, η κυβέρνηση πέρασε ένα διάταγμα με το οποίο υποσχότανε να λάβει «τα πιο δραστικά μέτρα ενάντια σε όλους τους πογκρομιστές». Δύο εβδομάδες αργότερα με μια παρόμοια ανακοίνωση διέταξε τους υπουργούς της κυβέρνησης να χρησιμοποιήσουν «όλες τις δυνάμεις που έχουν στην διάθεση τους» για να καταστείλουν τα πογκρόμ. Ωστόσο, με την μεταβίβαση της εξουσίας στα Σοβιέτ να είναι ήδη σε εξέλιξη, η εξουσία της Προσωρινής Κυβέρνησης ήταν σε διαδικασία διάλυσης. Το κυρίως άρθρο της φιλοκυβερνητικής εφημερίδας Russkie Vedomosti την 1η Οκτώβρη παρουσίασε πολύ γλαφυρά την κατάσταση: «τα κύματα των πογκρόμ αυξάνονται και διευρύνονται...βουνά τηλεγραφημάτων καταφθάνουν καθημερινά...[παρ’ ολα αυτά] η Προσωρινή Κυβέρνηση πνίγεται...η τοπική διοίκηση αδυνατεί να κάνει οτιδήποτε...τα μέσα εξαναγκασμού έχουν εξαντληθεί».
 
Όχι τόσο με τα Σοβιέτ. Καθώς η πολιτική κρίση βάθαινε και η διαδικασία της μπολσεβικοποιήσης συνεχιζότανε εντατικά, πλήθος επαρχιακών Σοβιέτ διοργάνωσαν τις δικές τους καμπάνιες ενάντια στον αντισημιτισμό. Στο Vitebsk, μια πόλη 350 μίλια δυτικά της Μόσχας, το τοπικό Σοβιέτ σχημάτισε μια στρατιωτική μονάδα στις αρχές Οκτωβρίου για την προστασία της πόλης από τους πογκρομιστές. Την επόμενη εβδομάδα, το Σοβιέτ του Orel πέρασε ένα ψήφισμα για την χρήση όπλων ενάντια σε όλες τις μορφές αντισημιτικής βίας.
 
Στην Ρώσικη Άπω Ανατολή, μια συνεδρίαση των σοβιέτ όλης της Σιβηρίας έκδωσε ένα ψήφισμα ενάντια στον αντισημιτισμό, δηλώνοντας ότι ο τοπικός επαναστατικός στρατός θα έπαιρνε «όλα τα απαραίτητα μέτρα» για να εμποδίσει οποιοδήποτε πογκρόμ. Φαίνεται με αυτόν τον τρόπο πόσο βαθιά χαραγμένος ήταν ο αγώνας ενάντια στον αντισημιτισμό σε τμήματα του οργανωμένου σοσιαλιστικού κινήματος: ακόμα και στην Άπω Ανατολή, όπου υπήρχαν συγκριτικά λίγοι Εβραίοι και πολύ λιγότερα πογκρόμ, τα τοπικά σοβιέτ ταυτίστηκαν με τους Εβραίους του δυτικού μετώπου που υπέφεραν στα χέρια των αντισημιτών.
 
Χωρίς αμφιβολία, τα σοβιέτ είχαν γίνει, στα μέσα του 1917, ο κύριος πολιτικός αντίπαλος του αντισημιτισμού στην Ρωσία. Ένα κυρίως άρθρο της εφημερίδας Evreiskaia Nedelia (Τhe Jewish Week) παρουσιάζει αυτό το γεγονός με σαφήνεια: «πρέπει να αναφερθεί, και πρέπει να τους το αναγνωρίσουμε, ότι τα σοβιέτ έχουν διεξάγει έναν δυναμικό αγώνα ενάντια [στα πογκρόμ]. Σε πολλές περιοχές, μόνο χάρη στην δύναμή τους αποκαταστάθηκε η ειρήνη».
Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ωστόσο, ότι αυτές οι εκστρατείες ενάντια στον αντισημιτισμό απευθύνονταν σε εργάτες εργοστασίων και μερικές φορές σε αγωνιστές του ευρύτερου σοσιαλιστικού κινήματος. Με άλλα λόγια, ο αντισημιτισμός αναγνωρίστηκε ως ένα πρόβλημα της κοινωνικής βάσης της ριζοσπαστικής αριστεράς και ακόμα και τμημάτων του επαναστατικού κινήματος. Αυτό φανέρωσε, φυσικά, ότι ο αντισημιτισμός δεν αναδύεται απλά από «ψηλά», από το πρώην τσαρικό καθεστώς: έχει οργανική βάση μέσα σε τμήματα της εργατικής τάξης, και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τέτοιο.
 
 
Ο Εσωτερικός Εχθρός
 
Για την ηγεσία των Μπολσεβίκων, η επαναστατική πολιτική δεν είναι απλά αταίριαστη αλλά εκ διαμέτρου αντίθετη με τον αντισημιτισμό. Όπως το έθετε και μια επικεφαλίδα πρωτοσέλιδου στην κύρια εφημερίδα του κόμματος Pravda το 1918: «το να είσαι ενάντια στους Εβραίους σημαίνει να είσαι υπέρ του Τσάρου». Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν λάθος να θεωρήσεις ότι οι δηλώσεις του Λένιν και του Τρότσκι για τον αντισημιτισμό εξέφραζαν τις σκέψεις και τα συναισθήματα των απλών μελών του κόμματος. Καθώς τα γεγονότα του 1917 εξελίσσονταν, η επανάσταση και ο αντισημιτισμός δεν ήταν πάντα σε σύγκρουση.
 
Άρθρα εφημερίδων από το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1917 φανερώνουν ότι ντόπιοι μπολσεβίκοι συχνά κατηγορούνταν από άλλους σοσιαλιστές για διατήρηση αντισημιτικών ιδεών και μερικές φορές ακόμα και για το ότι υποθάλπουν αντισημίτες μέσα στην κοινωνική βάση του κόμματος. Για παράδειγμα, σύμφωνα με την εφημερίδα του Πλεχάνοφ Edinstvo, όταν κάποιοι μενσεβίκοι προσπάθησαν να μιλήσουν στους μοσχοβίτικους στρατώνες της περιοχής Vyborg της Αγ. Πετρούπολης στα μέσα Ιουνίου, στρατιώτες, προφανώς παρακινημένοι από μπολσεβίκους, φώναξαν «Δεν τους θέλουμε! Είναι όλοι Εβραίοι!». Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Πλεχάνοφ είχε γίνει φανατικός αντιμπολσεβίκος εώς τα μέσα του 1917, όποτε αυτή η πηγή πρέπει να χρησιμοποιηθεί με προσοχή.
 
Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν ευρέως διαδεδομένοι. Περίπου την ίδια εποχή, η μενσεβίκικη εφημερίδα Vpered ανέφερε ότι στην Μόσχα κάποιοι μπολσεβίκοι δεν άφησαν μενσεβίκους να μιλήσουν, κατηγορώντας τους ότι ήταν «Εβραίοι» οι οποίοι «εκμεταλλεύονται το προλεταριάτο». Όταν εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες κατέβηκαν στους δρόμους της Πετρούπολης στις 18 Ιουνίου, μερικοί μπολσεβίκοι λέγεται ότι έσκισαν πανό της Μπουντ και φώναξαν αντισημιτικά συνθήματα. Ως απάντηση, ο μπουντιστής Mark Liber κατηγόρησε τους μπολσεβίκους ακόμα και για το ότι είναι υπέρ των πογκρόμ.
Μέχρι τον Οκτώβρη, τέτοιες κατηγορίες έγιναν πιο συχνές. Σε μία έκδοση της εφημερίδας Evreiskaia Nedelia στις 29 Οκτωβρίου, το κυρίως άρθρο έφτασε στο σημείο να ισχυριστεί ότι οι αντισημιτικές «Μαύρες Εκατονταρχίες» είχαν αρχίσει να «μπαίνουν στις γραμμές του κόμματος των Μπολσεβίκων» σε όλη την χώρα.
 
Τέτοιοι ισχυρισμοί ήτανε αποδεδειγμένα μακριά από τη πραγματικότητα. Η ηγεσία των μπολσεβίκων αγωνίστηκε ενάντια στον αντισημιτισμό και πολλά από τα μέλη του κόμματος συμμετείχαν στον σχεδιασμό της απάντησης στον αντισημιτισμό στα εργοστάσια και στα σοβιέτ. Ωστόσο, ο ισχυρισμός ότι ο μπολσεβικισμός μπορούσε να βρει απήχηση σε ακροδεξιούς αντισημίτες, δεν ήταν εντελώς αναληθής. Στις 29 Οκτωβρίου, ένα εκπληκτικό κυρίως άρθρο στην αντισημιτική ακροδεξιά εφημερίδα Groza (Καταιγίδα) δήλωνε:
 
Οι Μπολσεβίκοι έχουν αρπάξει την εξουσία. Ο Εβραίος Κερένσκυ, ο λακές των Βρετανών και των παγκόσμιων τραπεζών, έχοντας ξεδιάντροπα αναλάβει την θέση του αρχιστράτηγου των ενόπλων δυνάμεων και έχοντας διορίσει τον εαυτό του Πρωθυπουργό της Ορθόδοξης Ρωσικής Τσαρικής Αυτοκρατορίας, θα απομακρυνθεί από τα Χειμερινά Ανάκτορα, όπου βεβήλωσε με την παρουσία του τα λείψανα του Ειρηνοποιού Αλέξανδρου του Τρίτου. Στις 25 Οκτωβρίου, οι Μπολσεβίκοι ένωσαν όλα τα στρατεύματα που αρνήθηκαν να υπακούσουν σε μια κυβέρνηση αποτελούμενη από Εβραίους τραπεζίτες, προδότες στρατηγούς και γαιοκτήμονες, και κλέφτες εμπόρους.
 
Η εφημερίδα έκλεισε αμέσως μετά από τους Μπολσεβίκους, αλλά η ανεπιθύμητη υποστήριξη ανησύχησε την ηγεσία του κόμματος.
 
Αυτό που τόνιζε τις μετριοπαθείς ανησυχίες των σοσιαλιστών για την ικανότητα του αντισημιτισμού και της επανάστασης να συνδυάζονται, ήταν ο τρόπος που οι μπολσεβίκοι κινητοποιούσαν τις μάζες και διοχέτευαν την ταξική τους δυσαρέσκεια. Στις 28 Οκτωβρίου, όταν η επανάσταση έφτανε στην κορύφωσή της, η εκλεκτική επιτροπή των Μενσεβίκων της Πετρούπολης έκανε μια απελπισμένη έκκληση προς τους εργάτες της πρωτεύουσας, προειδοποιώντας τους ότι οι μπολσεβίκοι έχουν παρασύρει «τους αδαείς εργάτες και στρατιώτες» και ότι η κραυγή «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» μπορούσε πολύ εύκολα να μετατραπεί σε «τσακίστε τους Εβραίους, τσακίστε τους μαγαζάτορες». Για τον μενσεβίκο L’vov-Rogachevskii, η «τραγωδία» της Ρώσικης Επανάστασης έγκειται στο γεγονός ότι «οι σκοτεινές μάζες (temnota) είναι ανίκανες να ξεχωρίσουν τον προβοκάτορα από τον επαναστάτη, ή το εβραϊκό πογκρόμ από μια κοινωνική επανάσταση».
 
Ο Εβραϊκός Τύπος επαναλάμβανε αυτές τις ανησυχίες. Σύμφωνα με ένα κυρίως άρθρο στην Evreiskaia Nedelia, «ο σύντροφος Λένιν και οι συναγωνιστές του Μπολσεβίκοι καλούν το προλεταριάτο να κάνει τα λόγια του πράξη (pereiti ot slovo k delu), αλλά όπου μαζεύονται πλήθη Σλάβων, το να κάνουν τα λόγια τους πράξη στην πραγματικότητα μεταφράζεται σε τσακίστε τους Εβραίους».
 
Παρ’ όλα αυτά, σε αντίθεση με αυτές τις τρομαχτικές προβλέψεις, ώρες και μέρες μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους, δεν συνέβησαν μαζικά πογκρόμ στο εσωτερικό της Ρωσίας. Η εξέγερση δεν μεταφράστηκε σε αντισημιτική βία όπως είχε προβλεφθεί. Οι προειδοποιήσεις που αναφέρθηκαν προηγουμένως φανερώνουν το πόσο βαθιά ριζωμένος ήταν ο φόβος των «σκοταδιστικών μαζών» για κομμάτια της σοσιαλιστικής αριστεράς που ισχυρίζονταν ότι τις εκπροσωπούσαν. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για την τάξη των διανοούμενων, οι οποίοι γενικά προσέγγιζαν την ιδέα του προλεταριακού ξεσηκωμού με τρόμο, λόγω της βίας και της βαρβαρότητας που σύμφωνα με αυτούς αναπόφευκτα θα ακολουθούσε.
 
Ο καθοριστικός παράγοντας για τους Μπολσεβίκους ήταν ακριβώς αυτή η στενή και άμεση σχέση τους με τις μάζες της Πετρούπολης που τόσο φοβόντουσαν οι διανοούμενοι.
 
Ωστόσο, η αλληλοκάλυψη μεταξύ αντισημιτισμού και επαναστατικής πολιτικής ήταν αληθινή. Λίγες μέρες μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο συγγραφέας Ilia Ehrenburg , που σύντομα έγινε ένας από τους πιο παραγωγικούς και γνωστούς συγγραφείς στην Σοβιετική Ένωση, συγκέντρωσε και κατέγραψε τις σκέψεις του για τα μνημειώδη γεγονότα που συνέβησαν. Η αφήγηση του αποτελεί ίσως την πιο ζωηρή περιγραφή της σύνδεσης μεταξύ αντισημιτισμού και επαναστατικής διαδικασίας το 1917:
 
Χθες στεκόμουν στην ουρά, περιμένοντας να ψηφίσω για την Συντακτική Συνέλευση. Διάφοροι λέγανε «Αν είσαι ενάντια στους Εβραίους, ψήφισε το νούμερο 5! (τους μπολσεβίκους)», «Αν είσαι υπέρ της διεθνούς επανάστασης, ψήφισε το νούμερο 5!». Ο Πατριάρχης πέρασε ραντίζοντας μας με αγιασμένο νερό. Όλοι έβγαλαν τα καπέλα τους. Μια ομάδα στρατιωτών περνούσε και άρχισε να τραγουδάει δυνατά την Διεθνή προς την κατεύθυνση του. Που είμαι; Ή είναι αυτή πραγματικά η κόλαση;
 
Σε αυτή την συγκλονιστική μαρτυρία, η διάκριση μεταξύ επαναστατικού μπολσεβικισμού και αντεπαναστατικού αντισημιτισμού είναι ασαφής. Στην πραγματικότητα, η μαρτυρία του Ehrenburg προεικονίζει το αλησμόνητο ερώτημα που έθεσε ο Isaac Babel στο διήγημα του για τον εμφύλιο πόλεμο «Το Κόκκινο Ιππικό»: «ποια είναι η Επανάσταση και ποια η Αντεπανάσταση;».
 
Παρά την επιμονή των Μπολσεβίκων να τον θεωρούν αποκλειστικά «αντεπαναστατικό» φαινόμενο, ο αντισημιτισμός ξέφευγε από τέτοιες καθαρές κατηγοριοποιήσεις και μπορούσε να εμφανιστεί σε όλο το πολιτικό φάσμα, σε πολύπλοκες και αναπάντεχες μορφές. Αυτό θα φανερωνόταν απότομα 6 μήνες αργότερα, την άνοιξη του 1918, όταν ξέσπασαν τα πρώτα πογκρόμ μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, στην πρώην Ζώνη Εγκατάστασης. Σε πόλεις και αστικά κέντρα της βορειοανατολικής Ουκρανίας όπως το Glukhov, η εξουσία των Μπολσεβίκων εδραιώθηκε μέσω της αντι-εβραϊκής βίας από την μεριά του τοπικού επιτελείου του κόμματος και της Κόκκινης Φρουράς. Έτσι, η αντιπαράθεση των Μπολσεβίκων με τον αντισημιτισμό το 1918 ήτανε συχνά αντιπαράθεση με τον αντισημιτισμό της δικής τους κοινωνικής βάσης.
 
Καθώς πλησιάζουμε στην επέτειο των εκατό χρόνων από την Οκτωβριανή Επανάσταση, δικαίως την γιορτάζουμε ως ένα γεγονός ριζοσπαστικού κοινωνικού μετασχηματισμού, όπου ένας νέος κόσμος έμοιαζε εφικτός. Όμως, οφείλουμε να θυμόμαστε την επανάσταση και με όλες τις επιπλοκές της.
 
Ο αντιρατσισμός χρειάζεται να καλλιεργείται και να ανανεώνεται συνεχώς. Έναν αιώνα μετά, καθώς παλεύουμε με τα πλήγματα που προξένησε ο ρατσισμός στην ταξική πολιτική, μπορούμε να μάθουμε πολλά από το 1917 για το πως οι αντιδραστικές ιδέες μπορεί να έχουν απήχηση, αλλά και για το πως μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε.

 
 
 

Πηγή


Ετικέτες: Ρωσία, ΕΣΣΔ, Μπολσεβίκοι, Αντισημιτισμός, Αριστερά