Από τον γλωσσικό σεξισμό στην έμφυλη βία

Από τον γλωσσικό σεξισμό στην έμφυλη βία

  • Από τον γλωσσικό σεξισμό στην έμφυλη βία

Το 1929, η Αγνή Ρουσσοπούλου, με εξαιρετικές σπουδές σε Ελλάδα, Γαλλία και Αγγλία, διεκδίκησε τη θέση εισηγήτριας στο ΣτΕ. Αποκλείστηκε, όμως, λόγω φύλου.

Σχεδόν έναν αιώνα μετά η Αικατερίνη Σακελλαροπούλου εξελέγη πρώτη γυναίκα Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Παρά τον συμβολισμό της εκλογής, η οικουμενικότητα της γυναικείας υποτέλειας αναδείχτηκε για άλλη μία φορά μέσω της γλώσσας. Διότι οι μιντιακοί πανηγυρισμοί για κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο εν έτει 2020 σε ένα προοδευτικό κράτος του δυτικού κόσμου είναι τουλάχιστον θλιβεροί. Κι όμως, η ανισότιμη αντιμετώπιση των γυναικών στον χώρο των γλωσσικών αναπαραστάσεων και η εξωτερική αποτύπωση της εσωτερικευμένης ενοχής τού να προχωράς πέραν των (συνηθισμένων) ορίων ως γυναίκα δεν καθιστούν μια τέτοια «αναρρίχηση» αυτονόητη. Ετσι, συνεχίζουμε να χύνουμε μελάνι για κατακτήσεις και αποκλεισμούς που ανάγονται στο φύλο, δεδομένου πως στο δυτικό πολιτισμικό πλαίσιο η γυναίκα -ως υποκείμενο- συγκροτήθηκε ως ελλειμματική εκδοχή του ανδρικού υποκειμένου.

Και αυτό δεν είναι παρά μόνο η μία όψη της υποτίμησης της γυναικείας ετερότητας. Ο δρόμος από τον γλωσσικό σεξισμό στην έμφυλη βία δεν είναι τόσο μακρύς. Τα έμφυλα στερεότυπα οικοδομούν σταδιακά ένα σύμπαν σεξισμού όπου η βία κατά των γυναικών ή ο αποκλεισμός τους κανονικοποιείται. Έστω και ασυνείδητα.

Για τα «έμφυλα στερεότυπα που αποτελούν διαχρονικά τροχοπέδη για την εξάλειψη των διακρίσεων σε βάρος των γυναικών» μίλησε ο Βασίλης Γκέρτσος, πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην ανοιχτή εκδήλωση του Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου (Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου) για την έμφυλη βία.

Σε πολλές χώρες του κόσμου η βία κατά των γυναικών δεν εκλαμβάνεται καν ως έγκλημα, ενώ στη γλώσσα πολλών λαών υπάρχουν φράσεις που κανονικοποιούν την έμφυλη βία.

Για τον Φουκό η κατάληψη ενός λεκτικού πεδίου αποτελεί μία μορφή άσκησης εξουσίας. Η νομιμοποίηση και η παγίωση των κοινωνικών διακρίσεων σε βάρος του γυναικείου φύλου έχουν επιτευχθεί, δηλαδή, χάρη στον «ρόλο της γλώσσας». Όποιος ελέγχει τη γλώσσα αποκτά και τον έλεγχο της κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία έχει κατασκευαστεί -επίσης- μέσα από τον λόγο.

Oι έννοιες των λέξεων -βάσει της θεωρίας της Spender- καθορίστηκαν, μέσα στον χώρο και τον χρόνο, από τα άτομα που κατείχαν θέσεις εξουσίας ή την ίδια την εξουσία, δηλαδή από άντρες. Έτσι, οι κανόνες, οι νόρμες και οι απαγορεύσεις διαμορφώθηκαν από το «ισχυρό φύλο». Ο κυρίαρχος λόγος -ο περίφημος ηγεμονικός λόγος- είναι συνεπώς γένους αρσενικού, με αποτέλεσμα ο λόγος των γυναικών να χαρακτηρίζεται διαχρονικά ως συναισθηματικός ή ακόμα υστερικός.

 

Η εξουσία της γλώσσας και το φύλο ως κοινωνική κατασκευή

Αν όμως το φύλο είναι κοινωνική κατασκευή -όπως υποστηρίζει η Τζούντιθ Μπάτλερ-, τότε ποια είναι η πολιτική σημασία των γεννητικών οργάνων; Σε τι βαθμό κατασκευάζονται τελικά οι συμπεριφορές των έμφυλων υποκειμένων και κατά πόσο οι βιολογικές διαφορές μπορούν να συντηρήσουν την ανισότητα;

Άραγε η ιστορική καθολικότητα της καταπίεσης του γυναικείου φύλου καταρρίπτει τη θεωρία της για τις έμφυλες ταυτότητες και την αποδόμηση του βιολογικού φύλου;

Για την Τζούντιθ Μπάτλερ το υποκείμενο ζει σε έναν κόσμο όπου υιοθετεί μια σειρά από νόρμες και απαγορεύσεις που διαμορφώνουν τον τρόπο που υπάρχει, που φέρεται και εκφράζεται. Οι έμφυλες ταυτότητες δημιουργούνται δηλαδή από έμφυλες εκφράσεις. Η εικόνα που αποκτά, συνεπώς, για τον εαυτό του, τη σεξουαλικότητά του, το ηθικό και το ανήθικο είναι κατασκευασμένη. Το ίδιο το φύλο δεν είναι, λοιπόν, παρά μια κοινωνική κατασκευή.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως οι βιολογικές διαφορές δεν είναι ένας από τους παράγοντες που οδηγούν στη συγκρότηση της ταυτότητας του φύλου.

Ακόμα και αν το φύλο –κοινωνικό και βιολογικό– είναι αποτέλεσμα επαναλαμβανόμενων κανονιστικών πρακτικών, η έμφυλη βία είναι κάτι υπαρκτό. Και η ιστορικά διαπιστωμένη ανισότητα στις σχέσεις κοινωνικής ισχύος μεταξύ θηλέων και αρρένων είναι ο πυρήνας της έμφυλης βίας στα πέντε σημεία του ορίζοντα.

Οι εκφράσεις έμφυλης βίας ποικίλλουν, ωστόσο, ανάλογα με τη θρησκευτική, πολιτισμική, πολιτική και τεχνολογική πραγματικότητα της κάθε χώρας. Τα τελευταία χρόνια το προσφυγικό έφερε στη γειτονιά μας νέου τύπου κρούσματα βίας με θύματα κατά κύριο λόγο τις αιτούσες άσυλο.

Ο γλωσσικός σεξισμός -ο οποίος μπορεί να αποτυπωθεί ακόμα και σε σεξιστικούς (ρατσιστικούς) αστεϊσμούς- είναι κοιτίδα των έμφυλων διακρίσεων από τη στιγμή που η αστειοποίηση οδηγεί σταδιακά σε κανονικοποίηση και κοινωνική νομιμοποίηση της υποτίμησης και των διακρίσεων. Και αυτό είναι τόσο κοινωνικό φαινόμενο όσο και πολιτικό. Το κίνημα «Ni una menos» (Ούτε μία λιγότερη), που ξεκίνησε στη Λατινική Αμερική βγάζοντας εκατομμύρια γυναίκες στον δρόμο, δεν εξέθεσε μόνο τη σεξουαλική παρενόχληση στο εργασιακό πεδίο όπως το #MeΤoo, αλλά μετεξελίχθηκε και σε μια κριτική του καπιταλισμού αναδεικνύοντας τη σημαντικότητα της αλληλεγγύης όταν οι ζωές μιας κατηγορίας ανθρώπων πλήττονται από βία, χρέος, καταστολή.

Με άλλα λόγια, όλα μοιάζουν να αρχίζουν και να τελειώνουν στη γλωσσική διεπίδραση σε κάθε πεδίο ή κοινωνία… Εκεί όπου η εξουσία της γλώσσας μετασχηματίζει κοινωνικο-πολιτισμικά στερεότυπα της θηλυκότητας και της αρρενωπότητας. Από το «φαινόμενο της γυάλινης οροφής», δηλαδή τη δυσκολία αναρρίχησης των γυναικών στην κορυφή κάποιων επαγγελμάτων, μέχρι τις γυναικοκτονίες. Η γλώσσα μπορεί να νομιμοποιήσει τόσο την αδικία όσο και τον φόνο.

 

Δήμητρα Αθανασοπούλου

 



Εφημερίδα των Συντακτών


Ετικέτες: Βία, Έμφυλη Βία, Σεξισμός, Ρατσισμός