Μπορούμε ή δεν μπορούμε;

Μπορούμε ή δεν μπορούμε;

  • Μπορούμε ή δεν μπορούμε;

Αν κάποιος θελήσει να συντάξει μια εγκυκλοπαίδεια χρωμάτων που να συμπεριλαμβάνει όλα τα χρώματα και τις αποχρώσεις και να αφιερώσει τη ζωή του σε αυτό, στο τέλος θα αυτοκτονήσει. Τα χρώματα συγγενεύουν με το σύμπαν. Είναι άπειρα, τουλάχιστον όπως όλοι μας έχουμε διαπιστώσει είτε κοιτώντας τη φύση ή τους πίνακες ζωγραφικής. Και μερικές φορές για το ίδιο χρώμα υπάρχουν πολλά ονόματα. Στην Αρκτική, που κυριαρχεί το χιόνι, το άσπρο έχει είκοσι ονόματα. Και στην Κεντρική Αφρική, που κυριαρχεί το πράσινο, ονοματίζεται με παραπάνω από τριάντα λέξεις. Αλλά, αν βρισκόταν κάποιος σοβαρός δεξιός, που αγαπάει τον νόμο και την τάξη και αναζητεί την ακρίβεια και το ορθό, θα μας αντέτεινε: «Όλα αυτά είναι αριστερισμοί. Ούτε το άσπρο είναι χρώμα ούτε το μαύρο. Μόνο τρία χρώματα υπάρχουν. Το μπλε, το κίτρινο και το κόκκινο». Και θα είχε δίκιο. Όντως αυτά είναι τα χρώματα. Αλλά αυτή η αποσαφήνιση είναι εντελώς άχρηστη. Τα χρώματα υπάρχουν και εκτός του ορισμού τους. Συνδυάζονται και αναμειγνύονται και δημιουργούν ένα χρωματικό σύμπαν. (Μερικά χρώματα κάποιων ζωγράφων δεν ξέρουμε πώς δημιουργήθηκαν. Και το ίδιο χρώμα δεν είναι ίδιο για κάθε ζωγράφο).
 
Συχνά, ένας ορισμός γίνεται η πιο βλακώδης αποσαφήνιση ενός φαινομένου. Το ορίζει, το περιορίζει και από κει οδηγεί στην απαγόρευση. Φανταστείτε ένα φασιστικό καθεστώς, που πιστεύει στην καθαρότητα της φυλής και των χρωμάτων, να απαγόρευε τη μείξη χρωμάτων και φυλών. Ή, στα καθ’ ημάς, αυτοί που ορίζουν «τα κατάλληλα» και τα «ακατάλληλα» έργα για τους ανηλίκους, που είναι σοφοί και ξέρουν τι είναι κατάλληλο για άνω των οκτώ, δώδεκα, δεκαέξι ετών, είναι ολοκληρωτικής έμπνευσης. Όλα τα παιδιά δεν ενηλικιώνονται την ημέρα των 18ων γενεθλίων τους. Και με τι κριτήριο το κράτος ορίζει το κατάλληλο; (Για ένα παιδί που θέλει λίγες μέρες για να κλείσει π.χ. τα δεκαέξι και για ένα άλλο που τα έκλεισε λίγες μέρες πριν, ένα έργο χαρακτηρίζεται ακατάλληλο για το πρώτο και κατάλληλο για το δεύτερο). Η βλακεία στο απόγειό της. Εδώ το κράτος υποκαθιστά την οικογένεια, βασική αρχή του Μουσολινισμού, ενώ είναι μόνο η οικογένεια (θεωρητικά βέβαια) που ξέρει τι κάνει και τι δεν κάνει για το παιδί της. Και οι συνεπείς γονείς έχουν κλειστή την τηλεόραση για τα παιδιά τους (εκτός ειδικών προγραμμάτων). Γιατί το ΕΣΡ δεν βάζει μια αντίστοιχη κάρτα που να προειδοποιεί πως όλη η τηλεόραση είναι ακατάλληλη για ανηλίκους; Τα τηλεσκουπίδια είναι παιδική τροφή;
 
Και μια και πιάσαμε τους ορισμούς, να δούμε και έναν που αφορά το ανθρώπινο είδος, ανάμεσα στους πολλούς. Είναι αυτός που χωρίζει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες. Σε αυτούς που λένε πως μπορούμε να κάνουμε κάτι σε αντίθεση με τους άλλους που ισχυρίζονται πως δεν μπορούμε να κάνουμε απολύτως τίποτα. Εμπειρικά συμφωνώ με αυτόν τον ορισμό και έχω εντρυφήσει σε αυτούς που είναι ζηλωτές τού τίποτα. Και έτσι, ας μου επιτραπεί να σκιαγραφήσω ένα σύντομο πορτρέτο. Ο «Τίποτας» κατ’ αρχάς έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από τα ανθρώπινα δικαιώματά του. Γι’ αυτό και ζει ένοχα όλες του τις επιθυμίες, με ενοχές που ενίοτε βρίσκουν και έκφραση στη διαστροφή. Δεν τολμάει να πάρει κάποια πρωτοβουλία που θα τον διαφοροποιήσει από τους άλλους και συντάσσεται πάντα με τους πολλούς. Ενδιαφέρεται, χωρίς κανέναν ηθικό περιορισμό για τον πλουτισμό του και άλλοτε τα καταφέρνει και άλλοτε σπάει τα μούτρα του. Αλλά ακόμα και σε αυτήν την κατάσταση είναι ανώτερος από τον διπλανό του, που πάντα τον φθονεί και του στήνει παγίδες. Μόνο ένας αρχηγός μπορεί να κάνει κάτι. Και αυτός μπορεί να είναι θρησκεία, κόμμα ή χαρισματικός απατεώνας. Οι μεγάλες συνάξεις ανθρώπων που βλέπουμε γύρω από κάποιον αρχηγό είναι το άθροισμα αυτών των ανθρώπων, που για την κοινωνία είναι κλινικά νεκροί. Εκτός αν ενταχθούν στον φασισμό, οπότε γίνονται επικίνδυνοι.
 
Στην κατηγορία των ανθρώπων που μπορούν να κάνουν κάτι είναι αυτοί που πήραν την πρωτοβουλία να αρχίσουν την ανά χείρας εφημερίδα, κυριολεκτικά στον λάκκο των λεόντων των ΜΜΕ, που από την αρχή θέλαν την κεφαλή μας επί πίνακι. Μαζί με τον εορτασμό τον δικό μας, υπάρχει και ένα άλλο έντυπο, στα χνάρια τα δικά μας, που κλείνει 50 χρόνια. Είναι το σουηδικό περιοδικό ORDFRONT, που σήμερα πια είναι το μεγαλύτερο σε όλη τη Σκανδιναβία. Το 1969, μια ομάδα αριστερών φοιτητών, χωρίς κομματική ένταξη, αλλά διαμορφωμένοι από τον παγκόσμιο Μάη του ’68 (δεν ήταν μόνο γαλλικός) και ζυμωμένοι στο κίνημα αλληλεγγύης για το Βιετνάμ -που δεν ήταν απλά ένα κίνημα αλληλεγγύης, αλλά κίνημα αυτό καθεαυτό για κάθε χώρα- αποφασίζουν να κάνουν ένα δημιουργικό κοινόβιο. Να λύσουν το πρόβλημα της στέγης και να δημιουργήσουν έναν εκδοτικό οίκο. Με τα φοιτητικά τους δάνεια αγοράζουν μια μισοερειπωμένη αγροικία και την επισκευάζουν μόνοι τους. Στο υπόγειο στήνουν ένα τυπογραφείο, με μια παλιά τσέχικη τυπογραφική μηχανή που την εκσυγχρόνισαν και έγινε του κουτιού. Και έκαναν τις πρώτες εκδόσεις που πήγαν καλά. Παράλληλα, ίδρυσαν έναν σύλλογο που γρήγορα γιγαντώθηκε. Αργότερα εξέδωσαν το περιοδικό, που έχει συγκεντρώσει ό,τι καλύτερο υπάρχει από αριστερή σκέψη, όχι μόνο από τη Σουηδία, αλλά από όλο τον κόσμο. Τώρα πια έχει τη δυνατότητα να στέλνει συνεργάτες της στα καυτά σημεία του πλανήτη και να κάνει άψογα ρεπορτάζ. Το περιοδικό συνάντησε μανιακή εχθρότητα από το κατεστημένο και διαρκή αστυνόμευση. Αλλά νίκησε. Μπορούμε ή δεν μπορούμε; Αναζητείται απάντηση.
 
 

Περικλής Κοροβέσης

 
 

Εφημερίδα των Συντακτών


Ετικέτες: Κοινωνία