Η ιστορία μιας ταινίας που δεν γυρίστηκε ποτέ

Η ιστορία μιας ταινίας που δεν γυρίστηκε ποτέ

  • Η ιστορία μιας ταινίας που δεν γυρίστηκε ποτέ

Είναι το έτος 1931. Μια ομάδα αφροαμερικάνων, με επικεφαλής την ηγετική μορφή της Αναγέννησης του Χάρλεμ (Harlem Renaissance) Langston Hughes, δέχονται μια αρκετά ενδιαφέρουσα πρόσκληση. Η Mezhrabpomfilm, μια σοβιετικο-γερμανική κινηματογραφική εταιρία που χρηματοδοτήθηκε από την Comintern αλλά τυπικά τουλάχιστον δεν ήταν υπό κρατικό έλεγχο, είχε την ιδέα να παράγει μια ταινία και τους ζήτησε να πάρουν μέρος. Το θέμα της ταινίας ήταν η ζωή των αφροαμερικανών στον Αμερικανικό Νότο και σκοπός της ταινίας ήταν να επικεντρωθεί στα πολλά παραδείγματα φυλετικών διακρίσεων που έζησαν οι μαύροι της περιοχής, καθώς και να αντιμετωπίσει τα πολλά μαύρα στερεότυπα που μαστίζουν την κινηματογραφική βιομηχανία εκείνη τη στιγμή. Το όνομα της ταινίας ήταν Black and White και είχε εμπνευστεί σε ποίημα του Vladimir Mayakovsky.
 
 
Λίγες πληροφορίες για το ποίημα:
 
Το 1922 ο Μαγιακόφσκι παίρνει επίσημη άδεια να ταξιδέψει στην Αμερική. Και είδε από πρώτο χέρι την εκσυγχρονισμένη και βιομηχανοποιημένη Αμερική της δεκαετίας του 1920, αλλά, ταυτόχρονα, καταδίκασε αμείλικτα τις κοινωνικές αδικίες με μια σειρά από χιουμοριστικές σκιαγραφήσεις, σκέψεις και ποιήματα. Καθ’οδόν σταμάτησε στην Κούβα όπου οι αμερικανοί είχαν εκείνη την εποχή τον έλεγχο της βιομηχανίας παραγωγής ζάχαρης και καπνού. Η ταινία θα μίλαγε για την ιστορία του μικρού Γουίλι, του μαύρου λουστρακου, που κάνει το τρομερό λάθος να ρωτήσει το βασιλιά της άσπρης ζάχαρης κ. Ψηλομύτη «Γιατί η άσπρη ζάχαρη φτιάχνεται από μαύρα χέρια;»
 
«Beg yo’ pardon Mr. Bragg,
Aint it funny
Yo’ lily white sugar
Black man makes and puts it in the bag»


Η απάντηση που δίνει ο Μαγιακόφσκι στο τέλος του ποιήματος είναι:
 
«That such questions
one addresses
To Comintern, Moscow,
how should Willie know


Η ΕΣΣΔ ενδιαφέρθηκε για το έργο, εν μέρει λόγω της επιτυχίας της ταινίας China Express του 1929, σχετικά με την εξέγερση της εργατικής τάξης στη Κίνα. Εκείνη τη στιγμή, οι Σοβιετικοί αναζητούσαν ενεργά την αφρο-αμερικανική στήριξη, πιστεύοντας ότι, ως η πιο καταπιεσμένη ομάδα στις Ηνωμένες Πολιτείες, θα ήταν η πιο πιθανό υποκινήτρια μιας εξέγερσης της εργατικής τάξης σοβιετικού στιλ. Θεώρησαν ότι η δημιουργία αυτής της ταινίας ήταν ένα βήμα προς αυτόν τον στόχο.
 
Ο Hughes και το υπόλοιπο cast, μια ομάδα κοντά στους είκοσι νέους Αφροαμερικάνους, πίστευαν ότι η νεοσυσταθείσα σοβιετική κινηματογραφική βιομηχανία, η οποία είχε ξεκινήσει τη σταδιοδρομία καινοτόμων και κοινωνικά συνειδητών σκηνοθετών όπως ο Sergei Eisenstein, ο Vsevolod Pudovkin και η Dziga Vertov, δεν μπορούσε παρά να βοηθήσει στην απεικόνιση μαύρων ανθρώπων σε σχέση με το Χόλιγουντ. Το τελευταίο, απεικόνισε τους μαύρους ανθρώπους ως βίαιους, χαμηλής νοημοσύνης καθώς και σεξουαλικά επιθετικούς.
 
Το γεγονός ότι οι Σοβιετικοί θέλησαν να προσλάβουν μαύρους ηθοποιούς για να παίξουν μαύρους ρόλους ήταν ήδη ένα ενθαρρυντικό σημάδι. Οι κινηματογραφικές ταινίες του Χόλιγουντ έτειναν να βάζουν λευκούς ηθοποιούς με «blackface». Μια σπάνια εξαίρεση την εποχή εκείνη ήταν η αμερικανική ταινία «Hallelujah» του 1929, της οποίας το αφροαμερικάνικο καστ εγκρίθηκε μόνο όταν ο σκηνοθέτης υποσχέθηκε στην Metro Goldwyn Mayer (MGM) ότι θα ήταν μια ταινία για τη φρίκη της μαύρης σεξουαλικής αποκλίνουσας συμπεριφοράς.
 
Στην αποστολή βρισκόταν και μια πολιτική ακτιβίστρια, η Louise Thompson. Η Thompson, που ήταν ιδρυτικό μέλος του τμήματος των Φίλων της Σοβιετικής Ένωσης στο Χάρλεμ, είδε αυτή την ταινία ως ευκαιρία να εκφράσει την απογοήτευσή της για την προκατάληψη του αμερικανικού κινηματογράφου καθώς και να ενισχύσει τις περαιτέρω σχέσεις με την ΕΣΣΔ που έβλεπε ως καταφύγιο για τους Αφροαμερικανούς και όλους τους μη λευκούς σε όλο τον κόσμο.
 
Δεδομένου ότι η ομάδα αναμενόταν να φέρει μια αμερόληπτη έκθεση για τη Σοβιετική Ένωση, οι διοργανωτές του ταξιδιού ήθελαν να είναι όσο το δυνατόν λιγότεροι από αυτούς μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος των Η.Π.Α. Μόνο ένα από τα της ομάδας παραδέχθηκε ανοιχτά ότι είναι κομμουνιστής. Αυτός ήταν ο Alan McKenzie, ένας κάπως ασταθής πωλητής από το Long Island.
 
Τα μέλη της αποστολής έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό από το Σοβιετικό κράτος. Διέμεναν σε καλά ξενοδοχεία ενώ δειπνούσαν σε καλά εστιατόρια μαζί με στελέχη του κόμματος καθώς και είχαν στην ευχέρεια τους προϊόντα δυσεύρετα ακόμα και στην μαύρη αγορά. Όσο ζεστό ήταν το καλωσόρισμα όμως, τόσο απότομη ήταν η προσγείωση στην πραγματικότητα. Τα προβλήματα άρχισαν από την στιγμή που για πρώτη φορά έφτασαν στα γραφεία της κινηματογραφικής εταιρείας. Ο παραγωγός και οι συντελεστές περίμεναν να συναντήσουν ανθρώπους με τα χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούνται για να δυσφημίσουν τους μαύρους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Περίμεναν να δουν σκληραγωγημένους εργάτες με σκοτεινό το χρώμα της επιδερμίδας και βρήκαν μπροστά τους καλλιεργημένους, νέους αφροαμερικάνους με διάφορες αποχρώσεις στο χρώμα τους. Συγκεκριμένα μαρτυρίες αργότερα αναφέρουν ότι ειπώθηκε πως «Χρειαζόμασταν γνήσιους νέγρους και μας έστειλαν ένα μάτσο μιγάδες».
 
Παρά την απογοήτευση της Mezhrabpom, ένα τετράμηνο συμβόλαιο (μέχρι τις 26 Οκτωβρίου) με τους Αμερικανούς υπογράφηκε χωρίς καθυστέρηση. Η σύμβαση προέβλεπε ότι πρέπει να καλύπτονται τα έξοδα διαμονής τους και τα έξοδα ταξιδίου και ότι κάθε μία από αυτές ήταν να λάβουν 400 ρούβλια το μήνα και κάρτες σίτισης. Η σύμβαση του Hughes υπογράφηκε μετά από τους άλλους, αλλά η αμοιβή του ήταν περισσότερο γενναιόδωρη. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πως γράφει ο ίδιος ο Ηughes τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραψε:
 
«Το δικό μου, μια ειδική σύμβαση ως συγγραφέας, κρατήθηκε μια εβδομάδα ή έτσι, ενώ αναλύθηκε λεπτομερώς, όταν τελικά μου δόθηκε στο στούντιο, ήταν εξ ολοκλήρου στα ρωσικά.
 
Είπα, Δεν μπορώ να το διαβάσω, και δεν θα υπογράψω κάτι που δεν μπορώ να διαβάσω.

Οι υπάλληλοι της Mezhrabpom Films με διαβεβαίωσαν ότι ήταν εντάξει:
 
Horashaw!

Μπορεί να είναι είπα, αλλά θα υπογράψω μόνο μια σύμβαση που μπορώ να διαβάσω στα Αγγλικά.
 
Μόλις ήρθα από την Καλιφόρνια όπου άκουσα για τους ανθρώπους υπογράφοντας συμβάσεις στο Χόλιγουντ, τις οποίες δεν είχαν διαβάσει προσεκτικά, και...
 
Μην αναφέρετε το Hollywood στην ίδια αναπνοή με τη βιομηχανία ταινιών των εργατικών σοσιαλιστικών σοβιετικών δημοκρατιών, φώναξε το στέλεχος της Meschrabpom με τον οποίο συζητούσα. Αυτό είναι το κέντρο προπαγάνδας του καπιταλισμού- Χόλιγουντ! Μπα!
 
Μην φωνάζετε σε μένα, είπα, θα πάω πίσω σπίτι στη Νέα Υόρκη και δεν θα υπογράψω ποτέ τη σύμβασή σας

Έτσι επέστρεψα στο ξενοδοχείο αφήνοντας τα έγγραφα στο γραφείο του. Μια εβδομάδα αργότερα έστειλαν αγγλικά αντίγραφα…» [Hughes 1956: 75]
 
Τα μέλη της αμερικανικής κινηματογραφικής ομάδας περίμεναν τα γυρίσματα της ταινίας να ξεκινήσουν τις πρώτες ημέρες μετά την άφιξή τους στη Μόσχα, αμέσως μετά την υπογραφή των συμβολαίων. Αλλά η κινηματογράφηση δεν ξεκίνησε την επόμενη μέρα, ούτε την επόμενη εβδομάδα, ούτε τον επόμενο μήνα.
 
Όταν ο Hughes έλαβε τελικά το σενάριο για την ταινία, αποδείχθηκε ότι κανείς δεν είχε καν ασχοληθεί να το μεταφράσει στα αγγλικά. Δύο ή τρεις εβδομάδες χάθηκαν στην μετάφραση του, και όταν ο Hughes πήρε το μεταφρασμένο σενάριο και το διάβασε, δεν μπορούσε να κρατηθεί από τα γέλια. Ο συγγραφέας του, ο γνωστός Σοβιετικός σεναριογράφος Γ. Ε. Γκρέμπνερ, μελλοντικός νικητής του βραβείου Στάλιν (1947), είχε μια πολύ γενική αντίληψη της αμερικανικής ζωής και είχε συνθέσει αυτό που σκέφτηκε ότι ήταν μια εξαιρετικά δραματική ιστορία των φυλετικών και εργασιακών σχέσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά το τελικό αποτέλεσμα ήταν ένα σενάριο απίθανο στο σημείο της γελοιοποίησης. Όταν ο Hughes ανέφερε αυτά τα ζητήματα στον παραγωγό, του έκανε εντύπωση ότι από τα κύρια επιχειρήματα της εταιρίας για την ορθότητα του σεναρίου ήταν ότι εγκρίθηκε από την Κομιντέρν.  Στο τέλος Hughes έπεισε τα στελέχη της Mezhrabpom ότι το σενάριο έπρεπε να ξαναγραφεί, αλλά όταν του δόθηκε το καθήκον αυτός το ανέλαβε απρόθυμα και με την απελπισία ότι δεν θα βγει σωστά.
 
Η μία δυσκολία όμως ακολούθησε την άλλη. Η μια αναβολή την επόμενη. Άρχισε σιγά σιγά να γίνει αντιληπτό στα μέλη της αποστολής ότι ίσως να βρίσκεται αλλού το πρόβλημα.
 
Ο διευθυντής του Mezhrabpom, Boris Babitsky, προσπάθησε μάταια για να τους ηρεμήσει. Κάλεσε τους Αμερικανούς να  περιοδεύσουν στη Σοβιετική Ένωση έως ότου λυθούν τα όποια ζητήματα και τους διαβεβαίωσε ότι το στούντιο θα πληρούσε τους όρους της σύμβασης (ειδικότερα, θα πληρώσει για το ταξίδι επιστροφής τους), και πρότεινε εκείνους που ήθελαν να μείνουν.


Ο Babitsky έδωσε τέσσερις λόγους για να «αναβάλει» τη κινηματογράφηση: Ένα, το σενάριο δεν ήταν ικανοποιητικό, δύο, μερικά μέλη του καστ ήταν ακατάλληλα, τρία, υπήρχε μια εθνική ομάδα που έμοιαζε με τους «νέγρους αμερικάνους» στο σοβιετικό Τουρκμενιστάν, και έπρεπε να χρησιμοποιηθεί σε μαζικές σκηνές, που δεν είχε ακόμη εκπαιδευτεί. Και τέσσερα, η Meschrabpom δεν διέθετε τις τεχνικές εγκαταστάσεις για το έργο ακόμα.
 
Ωστόσο «ξέχασε» να αναφέρει τον πέμπτο και πιο σημαντικό, τον πολιτικό λόγο. Οι εργασίες για την ταινία είχαν εμποδιστεί από έναν άνθρωπο που δεν είχε καμία σχέση με τον κινηματογράφο, τον συνταγματάρχη Cooper, έναν Αμερικανό σύμβουλο μηχανικής που είχε προσκληθεί στην ΕΣΣΔ για την κατασκευή του υδροηλεκτρικό σταθμό στο Ντνιέπρ. Στα τέλη Ιουλίου είχε έρθει στη Μόσχα και προσπαθούν να χρησιμοποιήσει όλη την επιρροή του στη σοβιετική ηγεσία για να αποτρέψει τη δημιουργία μιας αντιρατσιστικής, και ως εκ τούτου αντι-αμερικάνικης ταινίας.

Ο Cooper, που κατάφερε να αναγκάσει ακόμα και τον Στάλιν να ασχοληθεί με το θέμα (Stalin i Kaganovich… 2001: 252) ήξερε ότι οποιαδήποτε ρωγμή στις σχέσεις ΕΣΣΔ με ΗΠΑ θα έβαζε σε κίνδυνο τις δικές του βλέψεις. Άλλωστε τον υδροηλεκτρικό σταθμό του Ντνιεπρ τον έβλεπε σαν την αρχή στις επαγγελματικές σχέσεις του με την ΕΣΣΔ, στην οποία λόγο του Πενταετούς πλάνου θα είχε πολλές προσοδοφόρες ευκαιρίες.
 
Το ίδιο ισχύει όμως και από την μεριά της Σοβιετικής Ένωσης. Είχαν ανάγκη την Αμερικανική τεχνογνωσία. Οπότε όταν το τελευταίο εμπόδιο για να γεφυρωθούν οι σχέσεις ΗΠΑ-ΕΣΣΔ εξέλειψε με την αναγνώριση της ΕΣΣΔ από την κυβέρνηση του Φραγκλίνου Ρούσβελτ, οι Σοβιετικοί ηγέτες αναγκάστηκαν να σταματήσουν οποιασδήποτε μορφής προπαγάνδα προς τις ΗΠΑ. Πόσο μάλλον όταν φαινόταν σαν πιο άμεσος κίνδυνος, ένας κοινός εχθρός, η Ιαπωνία.


Η ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης, αντί να αντλήσει από την ιστορική παρακαταθήκη της ιστορίας της, και να στηρίξει τον αγώνα στη λογική «Εμπρός της Γης οι Κολασμένοι», έκανε μια αναδίπλωση, προς βραχυπρόθεσμο όφελος του Κράτος. Ένα μοτίβο που έγινε κυρίαρχο επί Στάλιν αλλά και στα επόμενα από τον θάνατο του χρόνια.

Τελικά οι περισσότεροι από την ομάδα επέστρεψαν στις ΗΠΑ, ενώ κάποιοι όπως ο Hughes έμειναν αρκετό καιρό στην ΕΣΣΔ. Αξίζει να αναφερθεί, ότι τα μέλη της ομάδας (που είχε ριζοσπαστικοποιηθεί ταχύτατα) είχαν χωριστεί  σε δύο μεριές, εκείνους που αποδέχτηκαν την κυβίστηση για το καλό του μέλλοντος της ΕΣΣΔ και εκείνων που αρνήθηκαν να αποδεχθούν, πως ήταν δυνατόν ένα εργατικό κράτος να υποκύψει στις πιέσεις ενός καπιταλιστή και να γυρίσει την πλάτη στα εκατομμύρια μαύρων προλετάριων των ΗΠΑ. Οι δύο αυτές ομάδες βρίσκονταν για αρκετό καιρό σε «σύγκρουση» με άρθρα σε αριστερές αμερικάνικες εφημερίδες

Το 1932 η Mezhrabpom τελικά αρχίσει να κάνει το Black and White - αλλά με τη μορφή ενός τρίλεπτου cartoon με μοτίβα από το ποίημα του Μαγιακόφσκι, με σκηνοθεσία τον Ivan Ivanov-Vano και Leonid Amalrik, και κυκλοφόρησε το 1933.
 
 

Δημήτρης Μιλάνος

 


Glasnost


Ετικέτες: Αριστερά, Ιστορία, Κινηματογράφος, ΕΣΣΔ, Langston Hughes