Άννα

Άννα

  • Άννα

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
 
Την πρόσεξα μέσα στο βαγόνι του μετρό, αργά ένα βράδυ: το βάψιμό της, έντονο, μα δε κατάφερνε να κρύψει όσα είχε υποστεί... Μάτι μαυρισμένο, και ένα πρήξιμο στα χείλη, που το βαθύ κόκκινο κραγιόν το ‘κανε να φαίνεται ακόμη χειρότερο.
 
Κατά τα άλλα, τα ρούχα της έδειχναν κάτι το φετιχιστικό: ψηλές μπότες, δερμάτινος κορσές, και από πάνω, μια -δερμάτινη επίσης- καμπαρντίνα.
 
Έκλαιγε. Ήταν εμφανέστατο. Οι λυγμοί της ξέφευγαν, καθώς ήταν μόνη της στις θέσεις που βρίσκονται στο τέλος του βαγονιού. Προσπαθούσε να πνίξει, όχι τα δάκρυά της -αυτά έτρεχαν άφθονα-, μα τους λυγμούς της, που όσο πέρναγαν τα δευτερόλεπτα, αυξάνονταν με ανησυχητικό ρυθμό...
 
Δε ξέρω γιατί την πλησίασα, ρωτώντας την εάν είναι καλά, ενώ κάποιος άλλος θα είχε αδιαφορήσει. Ήταν το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο, ή η περιέργεια που εκ φύσεως με διακατέχει; Δε μπόρεσα να δώσω απάντηση σε αυτό...
 
Μου απάντησε όμως εκείνη. Υποθέτω πως ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει σε έναν άνθρωπο. Κι έτσι, αντί να κατέβω στη στάση για το σπίτι μου, κατέβηκα σε αυτήν για το δικό της, συνοδεύοντάς την έως εκεί.
 
Ήταν μια πόρνη. Και μάλιστα, μια πόρνη που ασχολείτο με τον φετιχισμό και τον σαδομαζοχισμό. Τα σημάδια είχαν προκληθεί από έναν πελάτη, που λόγω της ανωμαλίας του (δε μιλώ για σεξουαλική ανωμαλία, μα για εγκεφαλική, διότι ανωμαλία στο σεξ δεν υφίσταται καν), απεφάνθη πως, για να έρθει σε ερωτική μέθεξη, θα έπρεπε να χτυπήσει την κοπέλα βίαια, δίχως να έχουν συνεννοηθεί, και το χειρότερο, παρά τη θέλησή της. 
 
«Και γιατί δε τον καταγγέλλεις;» ήταν η ερώτηση που ξεστόμισα ‘κείνη τη στιγμή. 
 
«Δε θέλω να μπλέξω με μπάτσους. Δεν είμαι κατ’ ουσίαν επαγγελματίας.»
 
Ήμαστε στο σπίτι της. Η διακόσμηση φανέρωνε ερωτική ατμόσφαιρα. Το άρωμα που πλανιόταν στο χώρο, βαρύ. Καθόμασταν στο κρεβάτι της. Είχε βάλει ουίσκι, μου πρόσφερε κι εμένα. Έτσι συζητήσαμε.
 
Χαιρόμουν που ξεχάστηκε. Που τα ‘βγαλε από μέσα της. Μα ντρεπόμουν. Ντρεπόμουν για το ίδιο μου το φύλο. Για τα βίαια κι αισχρά καμώματά του.
 
Μετά από λίγη ώρα, την έβλεπα ήρεμη -όσο ήρεμος μπορεί να είναι κανείς μετά από μια τέτοια οδυνηρή εμπειρία. Σηκώθηκα να φύγω. Μου ζήτησε να μείνω. Να περάσουμε τη νύχτα μαζί. «Σαν ένα ευχαριστώ», όπως η ίδια είπε.
 
Αρνήθηκα ευγενικά. Δε μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο. Ένιωσα πως θα ήταν εκμετάλλευση.
 
Τη χαιρέτησα κλείνοντας την πόρτα πίσω μου. Δε την έχω ξαναδεί από τότε. Ούτε πού ακριβώς μένει θυμάμαι. Δε με αφορά στο κάτω-κάτω. Το μόνο που σκέφτομαι κι εύχομαι, είναι να μη της τύχουν άλλα περιστατικά, σαν τούτο εκείνης της βραδιάς στο μετρό...
 
Να ‘σαι πάντα καλά Άννα! Καλή τύχη...
 
 
ΥΓ: η ιστορία είναι πέρα για πέρα πραγματική...
 
 

Γρηγόρης Καραγιαννίδης


Ετικέτες: Ελλάδα, Λογοτεχνία, Ιστορίες Πίσω Από Το Φεγγάρι, Εκδιδόμενες, Αθήνα