Οι θέσεις της Μειονότητας για το εκπαιδευτικό

Οι θέσεις της Μειονότητας για το εκπαιδευτικό

  • Οι θέσεις της Μειονότητας για το εκπαιδευτικό

Του Ιμπράμ Ονσούνογλου

 
Υποθέτω πως είναι γνωστές από το ακροατήριο κάποιες βασικές έννοιες, όπως “η μειονοτική εκπαίδευση”, “το μειονοτικό σχολείο”, “η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923” που καθιερώνει τα ιδιαίτερα εκπαιδευτικά δικαιώματα, “η τουρκόφωνη διδασκαλία στα μειονοτικά σχολεία” κλπ. Γι’ αυτό και δεν θα προβώ σε σχετικούς ορισμούς και περιγραφές για λόγους συντομίας.
 
Επέλεξα να αναπτύξω τις θέσεις της Μειονότητας για το εκπαιδευτικό πρόβλημα.
 
Δεν πρόκειται ν’ αρχίσω ν’ απαριθμώ  εδώ «επίσημες» θέσεις έτσι όπως αυτές εκφράσθηκαν, καταγράφηκαν και ψηφίσθηκαν σε κάποιο συνέδριο των μειονοτικών εκπαιδευτικών, διανοουμένων και ηγεσίας, που δεν έγινε. Επομένως δεν υπάρχουν τέτοιες θέσεις. Αν υπήρχαν θα με είχαν απαλλάξει από τις δυσκολίες σύνταξης της εισήγησης αυτής.
 
Ξεκινώ κάνοντας εσωτερική κριτική.
 
Κατά καιρούς έχουν γίνει βέβαια ανάλογες απόπειρες, όπου καταβλήθηκαν προσπάθειες να καταγραφούν τα προβλήματα εκπαίδευσης της Μειονότητας, να υποβληθούν αιτήματα, να προταθούν λύσεις. Απόπειρες και προσπάθειες, αποσπασματικές όμως και πρόχειρες, που αναδεικνύουν ειδικά την τελευταία περίοδο τις αντιφάσεις, τις αδυναμίες και την απουσία αυτοπεποίθησης και του αυτόνομου λόγου της μειονοτικής λειτουργίας, παρά να φωτίζουν το πρόβλημα και να προτείνουν τρόπους ξεπεράσματός του. Λειτουργικά ελλείμματα που είναι περισσότερο καταφανή στην εκπαίδευση παρά σε οποιονδήποτε άλλον τομέα και καλύπτονται με καταγγελτικό λόγο. Τα σχετικά κείμενα βρίθουν από παράπονα, κατά τα άλλα απολύτως δικαιολογημένα, αλλά αδυνατούν να προσεγγίσουν στο εκπαιδευτικό ορθολογιστικά και υπό το πρίσμα των συντελούμενων εξελίξεων προς το συμφέρον των νέων γενιών. Οι θέσεις που εκφράζονται χαρακτηρίζονται από άκρατο συντηρητισμό και αναχρονισμό και αναμασούν παλιές αναλλοίωτες αξίες που δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες. Και η μειονοτική κοινότητα, ασυγκίνητη από αυτές, ακολουθεί τον δικό της δρόμο τροποποιώντας την εκπαιδευτική της συμπεριφορά.
 
Αντί λοιπόν να επιλέξω παράπονα, καταγγελίες, ανεδαφικά αιτήματα και από τα κείμενα της ηγεσίας -ή μάλλον μερίδας της ηγεσίας- της Μειονότητας, θα προτιμήσω να περιγράψω το  πώς αντιλαμβάνεται σήμερα ένας μέσος μειονοτικός και γενικά η μειονοτική κοινότητα το εκπαιδευτικό πρόβλημα.
 
Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την εκπαιδευτική συμπεριφορά της μειονοτικής κοινότητας σήμερα
 
·         αν δεν σταθούμε στην περίοδο της Μεγάλης Δίωξης που κράτησε τρεις δεκαετίες, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90, και είχε, μεταξύ των άλλων, στόχο την εκπαίδευση και οδήγησε τη Μειονότητα στον εκπαιδευτικό αποκλεισμό.
 
·         αν δεν περιγράψουμε τα μέτρα που άρχισαν να λαμβάνονται έκτοτε, δηλαδή εδώ και μια δεκαετία, προς τον σκοπό της βελτίωσης της εκπαίδευσης στη Μειονότητα μετά την αναγγελία της πολιτικής ισονομίας και ισοπολιτείας.
 
·         αν δεν επισημάνουμε ότι τα μέτρα αυτά δεν αφορούν τη μειονοτική εκπαίδευση που παρέχεται στα μειονοτικά σχολεία, η οποία παραμένει εν πολλοίς ως έχει από την περίοδο της Μεγάλης Δίωξης, υποβαθμισμένη και περιθωριοποιημένη και θεωρείται ανεπιθύμητη δραστηριότητα. Δίνονται κίνητρα για να στραφεί η Μειονότητα προς τη δημόσια εκπαίδευση πράγμα το οποίο συντελείται με αυξανόμενους ρυθμούς.
 
·         αν δεν αναφέρουμε της απέλπιδες προσπάθειες της μειονοτικής κοινότητας για τη διατήρηση και την ενίσχυση της μειονοτικής εκπαίδευσης και του μειονοτικού σχολείου.
 
·         αν δεν συνυπολογίσουμε τον θεσμικό ρόλο της Τουρκίας κατ΄ αμοιβαιότητα στη μειονοτική εκπαίδευση. Αυτός κατά το παρελθόν σε περίοδο ελληνοτουρκικής προσέγγισης συνέβαλε μεγάλως στην ανάπτυξή της και κατέστη τότε αυτή ισάξια αν όχι ανώτερη της δημόσιας σε ποιότητα. Ενώ με τη χρόνια διένεξη που ακολούθησε μεταξύ των δυο χωρών και με τη συρρίκνωση του Ελληνικής Μειονότητας της Πόλης, που σήμαινε απώλεια του αντικειμένου της αμοιβαιότητας, ο ρόλος της Τουρκίας έχει περιορισθεί κατά πολύ. Η μειονοτική εκπαίδευση στη Θράκη αποτέλεσε και αποτελεί κι αυτή πεδίο ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού με αναπόφευκτα «ηττημένη» την Τουρκία.
 
Μπορούμε τώρα να συνοψίσουμε τις θέσεις του μειονοτικού πολίτη και γενικά της μειονοτικής κοινότητας για το εκπαιδευτικό.
 
·         Ο μειονοτικός πολίτης είναι ανακουφισμένος από το κλείσιμο του κύκλου της Μεγάλης Δίωξης. Και εκφράζει την ικανοποίησή του για τα μέτρα βελτίωσης της εκπαίδευσης στη Μειονότητα.
 
·         Από αυτά το πρώτο ήταν η καθιέρωση από το 1996 της ποσόστωσης 0,5% για την εισαγωγή των μειονοτικών μαθητών στα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ της χώρας. Ενώ μέχρι τη χρονιά εκείνη ουδείς μειονοτικός φοιτούσε στα ελληνικά πανεπιστήμια, σήμερα ο αριθμός των φοιτητών και σπουδαστών προσεγγίζει σε χίλιους χάρη στο μέτρο αυτό της θετικής διάκρισης.
 
·         Μια άλλη πολύ σημαντική εξέλιξη ήταν το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων, του οποίου η δεκαετής εφαρμογή ήταν κάτι πολύ παραπάνω από μια «μεταρρυθμιστική παρέμβαση στην εκπαίδευση της Μειονότητας της Θράκης». Ήταν μια μακράς πνοής κοινωνική, πολιτική, διακοινοτική δημοκρατική επένδυση στη Θράκη της πολυπολιτισμικότητας, της αλληλοκατανόησης, του αλληλοσεβασμού και της ομαλής συμβίωσης. Χρήζει ιδιαίτερης μνείας το γεγονός ότι το Πρόγραμμα ενώ ξεκίνησε ως ενισχυτική διδασκαλία της ελληνικής στην πορεία του συμπεριέλαβε δευτερεύοντος και τη διδασκαλία της τουρκικής ικανοποιώντας το σχετικό αίτημα της Μειονότητας.
 
·         Η σημαντική βελτίωση της διαρροής των μειονοτικών μαθητών στο γυμνάσιο και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι ένα άλλο θετικό στοιχείο.
 
·         Τα μέτρα θετικής διάκρισης και ανάλογες παρεμβάσεις στην εκπαίδευση πρέπει να συνεχισθούν και να εμπλουτισθούν με άλλα έως ότου γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ μειονοτικού και πλειονοτικού στοιχείου.
 
·         Η μειονοτική εκπαίδευση υφίσταται από της συστάσεως της Μειονότητας, αναφέρεται στην ιδρυτική της πράξη, της έχει παραχωρηθεί ως προνόμιο, αποτελεί σημαντικό συστατικό στοιχείο της μερικής αυτονομίας που απολαμβάνει, να ορίζει δηλαδή κατά τα καθιερωμένα ως ξεχωριστή κοινότητα τα του οίκου της, και είναι συνυφασμένη με την ταυτότητά της. Είναι φυσικό να την υπερασπίζεται και να θέλει τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό της. Και να καταγγέλλει την υποβάθμιση και την περιθωριοποίησή που έχει υποστεί. Για τη Μειονότητα έχει τεράστια συμβολική σημασία. Θα ήταν εντελώς αφύσικο και ισοδυναμούσε με πράξη αυτοκαταστροφής να την αποποιηθεί.
 
·         «Το μειονοτικό σχολείο είναι κακό σχολείο και καλλιεργεί τον απομονωτισμό και τη γκετοποίηση.» Η πραγματικότητα αυτή δεν είναι η μόνη αλήθεια.
Το μειονοτικό  σχολείο μεταξύ 1950 και ’65 ήταν καλό σχολείο, ισάξιο του δημοσίου. Μια προσωπική εμπειρία: Το μειονοτικό γυμνάσιο-λύκειο Celal Bayar τα χρόνια εκείνα ήταν ανώτερο των δημοσίων. Τα όσα διδαχθήκαμε και κυρίως πειραματισθήκαμε τότε στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου στα εργαστήρια φυσικής, χημείας και βιολογίας εγώ τα επανέλαβα στο πρώτο έτος της Ιατρικής 1968 στη Θεσσαλονίκη και μάλιστα ήταν σε μικρότερη έκταση λόγω έλλειψης μέσων.
Το μειονοτικό σχολείο κατάντησε κακό σχολείο μετά από συστηματικές προσπάθειες που κατέβαλε η Διοίκηση προς την κατεύθυνση αυτή. Δεν έγινε μόνο του.
Ως βασικό όργανο κακοποίησης της μειονοτικής εκπαίδευσης χρησιμοποιήθηκε η Ειδική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης (ΕΠΑΘ) για τους Μουσουλμάνους που λειτουργεί από το 1968 μέχρι σήμερα για την παραγωγή εκπαιδευτικών για το τουρκόφωνο κομμάτι. Στα χρόνια της Μεγάλης Δίωξης η μειονοτική εκπαίδευση δια μέσου της ΕΠΑΘ, αλλά και με άλλα μέτρα οδηγήθηκε σε πλήρη κρατικοποίηση με την ουσιαστική κατάργηση των αυτοδιοικητικών χαρακτηριστικών της και μετατράπηκε σε «μηχανισμό που παρήγαγε την αμορφωσιά».
 
·         Η Πολιτεία και σήμερα εξακολουθεί να θεωρεί τη μειονοτική εκπαίδευση ως ανεπιθύμητη δραστηριότητα και δεν επιτρέπει τη βελτίωση και την αναβάθμισή της. Δεν προχωρά στην τυπική της κατάργηση, προφανώς λόγω των συμβατικών υποχρεώσεών της, αλλά τη διατηρεί υποβαθμισμένη και την καθιστά απωθητική. Στρέφει τη Μειονότητα προς τη δημόσια εκπαίδευση και η μειονοτική εκπαίδευση συρρικνούμενη συνεχώς οδηγείται βαθμιαία στην αυτοκατάργησή της.
 
·         Το αίτημα της Μειονότητας είναι να αναβαθμισθεί η μειονοτική εκπαίδευση και να επιτραπεί η ελεύθερη ανάπτυξή της. Και ο μειονοτικός γονιός να μην εξαναγκασθεί να στείλει το παιδί του σε δημόσιο σχολείο. Η προτίμηση του μειονοτικού ή του δημόσιου σχολείου να μην είναι προϊόν εξαναγκασμού, αλλά της ελεύθερης βούλησης του κάθε γονιού.
 
·         Να «αποκρατικοποιηθεί» η μειονοτική εκπαίδευση. Να ενεργοποιηθούν οι καθιερωμένες αρμοδιότητες της μειονοτικής κοινότητας.
 
·         Να κλείσει επιτέλους η ΕΠΑΘ.
Σήμερα όλα τα μειονοτικά δημοτικά σχολεία, κοντά στα 250 τον αριθμό, ως προς την τουρκόφωνη εκπαίδευση στελεχώνονται πια αποκλειστικά από αποφοίτους της ΕΠΑΘ, της μεγάλης πλειοψηφίας των οποίων η ανεπάρκεια στη γνώση και τη χρήση της τουρκικής είναι παροιμιώδης. Πολύ περισσότερο είναι καταφανής η ανεπάρκειά τους στη διδασκαλία της τουρκικής που είναι και το αντικείμενό τους. Σχεδόν όλοι προέρχονται από ιδιαίτερα υποβαθμισμένα μειονοτικά δημοτικά κατά προτίμηση των απομακρυσμένων από το κέντρο ορεινών χωριών, ως δευτεροβάθμια εκπαίδευση όλοι έχουν φοιτήσει στα αναχρονιστικά ιεροσπουδαστήρια (medrese) για 4 χρόνια (μόνο οι τελευταίοι για 6 χρόνια) και έχουν αποφοιτήσει από την ΕΠΑΘ, το κατ’ επίφαση ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, μετά 2 έτη σπουδών αντί για 4.
 
·         Να καταργηθεί η διάταξη νόμου που προβλέπει την κατά προτεραιότητα, δηλαδή κατ’ αποκλειστικότητα, πρόσληψη των αποφοίτων της ΕΠΑΘ στα μειονοτικά σχολεία και να ανοίξει ο δρόμος και στους μη Επαθίτες μειονοτικούς εκπαιδευτικούς. Η διάταξη αυτή, εντόνως αντισυνταγματική, παραβιάζει την αρχή της ισότητας.
 
·         Ως προς τον θεσμικό ρόλο της Τουρκίας στη μειονοτική εκπαίδευση. Αυτός είναι επιθυμητός από την Τουρκική Μειονότητα της Δυτικής Θράκης.
 
·         Τέλος να πάψει η μειονοτική εκπαίδευση να αποτελεί πεδίο ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης και ανταγωνισμού και πεδίο άσκησης αποτουρκοποίησης της Μειονότητας από κάποιους νοσηρούς εγκεφάλους.
 
·         Καλούμε να κάτσουν η Ελλάδα και η Τουρκία και να συμφωνήσουν πώς θα ασκήσουν τον θεσμικό τους ρόλο εκατέρωθεν στη μειονοτική εκπαίδευση για το καλό των δυο μειονοτήτων χωρίς υστεροβουλίες και χωρίς δηλώσεις και πράξεις που θα ερεθίσουν το φοβικό σύνδρομο της άλλης πλευράς.
 
 
 
* Το κείμενο αυτό, είναι η εισήγηση του Ιμπράμ Ονσούνογλου στην εκδήλωση με θέμα «Πολιτισμική Ετερότητα και Ανθρώπινα Δικαιώματα – Με αφετηρία την παρέμβαση στην εκπαίδευση της μειονότητας στη Θράκη» που πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το Μάη του 2013. 


Ετικέτες: Θράκη, Μειονότητα, Εκπαίδευση, Ανθρώπινα Δικαιώματα