H Xούντα των Συνταγματαρχών και η Tουρκική Mειονότητα - ΙΙΙ

H Xούντα των Συνταγματαρχών και η Tουρκική Mειονότητα - ΙΙΙ

  • H Xούντα των Συνταγματαρχών και η Tουρκική Mειονότητα - ΙΙΙ

Μέρος Γ’
 
Ο υποφαινόμενος όλη την επταετία της Χούντας την πέρασα ως φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εκμεταλλευόμενοι το ελεύθερο των μετεγγραφών είχαμε φτάσει στον αριθμό των 20 οι μειονοτικοί φοιτητές κατά το 1970-71, προερχόμενοι από τα τουρκικά πανεπιστήμια. Παραδόξως η Χούντα δεν έθεσε εμπόδια στις μετεγγραφές των μειονοτικών. Στην Κομοτηνή με ρωτούσαν σχετικά και δεν μπορούσα να τους πείσω ότι στο πανεπιστήμιο δεν γινόντουσαν διακρίσεις σε βάρος μας ούτε από τη διοίκηση του πανεπιστημίου ή των σχολών ούτε από τους καθηγητές. Μη σπεύσετε να αποφανθείτε ότι πρόκειται για εκδήλωση βαθιάς προκατάληψης. Ήταν η συσσώρευση αρνητικών εμπειριών στον μειονοτικό κόσμο, που δεν μπορούσε πια να φαντασθεί ότι κάπου, σε κάποιον χώρο δεν θα γινόντουσαν διακρίσεις σε βάρος των μειονοτικών. Το σπουδαστικό της Ασφάλειας μας παρακολουθούσε βέβαια στενά, αλλά αυτό ήταν γενικό κακό, αν και εμάς λίγο πιο στενά μας παρακολουθούσαν. Να σας πω ένα σχετικό περιστατικό.
 
Στις 18 Νοεμβρίου 1973 τις πρώτες πρωινές ώρες συνωστισμός στα μπουντρούμια και στους διαδρόμους της Εθνικής Ασφάλειας στην οδό Βαλαωρίτου, είμαστε 100 και φοιτητές που μας έχουν συλλάβει. Μας επιθεωρεί ο Τετραδάκος. Σταματάει μπροστά μου και κάνει σαν να είδε ένα παλιόφιλο: «Βρε Ιμπράμ, κι εσύ εδώ!». Ξαφνιάζομαι από την οικειότητα αυτού του άγνωστου σε μένα και σικ ντυμένου ασφαλίτη που ξεχώριζε από τους άλλους. «Ποιος είσθε εσείς κύριε;» πάω να ψελλίσω, καταλαβαίνει ότι δεν τον γνωρίζω, «Καλά καλά» λέει και με προσπερνά. Πού να τον ήξερα εγώ τον Τεραδάκο, τον βασανιστή της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, έμαθα γι’ αυτόν μετά την πτώση της Χούντας από τις μαρτυρίες των βασανισθέντων. Σε μένα ομολογώ ούτε χαστούκι.
 
Θα ήταν το 1971 όταν ένας από τους μειονοτικούς φοιτητές στη Θεσσαλονίκη έκανε αίτηση στη νομαρχία Ροδόπης για να βγάλει διαβατήριο. Καμιά σχέση αυτός με το φοιτητικό κίνημα, απολιτικός εντελώς, έδειχνε να συμπαθεί κιόλας τη στρατιωτική δικτατορία. Είχαν περάσει μήνες και δεν του χορηγούσαν διαβατήριο. Κάποτε του δήλωσαν ότι δεν δικαιούται διαβατήριο αυτήν τη χρονική περίοδο. Τότε αυτός γράφει μια επιστολή προς τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και εκφράζει τα παράπονά του που αρνείται χωρίς λόγο η νομαρχία Ροδόπης να του χορηγήσει διαβατήριο. Σε λίγες μέρες το κρατούσε στο χέρι το πολυπόθητο έγγραφο. Δεν μας αποκάλυψε τι ύμνους είχε γράψει στην επιστολή του προς «την εθνοσωτήριον επανάστασιν και τον αρχηγόν αυτής».
 
Να σας αναφέρω ένα περιστατικό με τον αόρατο δικτάτορα Δημήτριο Ιωαννίδη, αποκαλυπτικό για τις προθέσεις του για την ημετέρα Μειονότητα. Στη δίκη για το Πολυτεχνείο ο Ιωαννίδης ήταν ο βασικός κατηγορούμενος και όταν κλήθηκε για απολογία σε μια αποστροφή του λόγου του άρχισε να αναφέρεται στην τουρκική Μειονότητα της Δυτικής Θράκης, χωρίς να συντρέχει λόγος, ξαφνιάζοντας τους πάντες. Είπε πως στη διάρκεια της Γερμανοβουλγαρικής κατοχής και του εμφυλίου εγκατέλειψαν τη Θράκη 40 χιλιάδες Τούρκοι μειονοτικοί και κατέφυγαν στην Τουρκία ως πρόσφυγες, οι οποίοι επέστρεψαν πάλι μετά τη λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων. «Αν δεν τους είχαμε επιτρέψει την επιστροφή τώρα θα ήταν λυμένο το μειονοτικό πρόβλημα» είπε καταλήγοντας. Φανέρωνε πόσο τον απασχολούσε το ζήτημα και τι είχε στο νου του στα σκαριά ως προτεραιότητα. Είχε μείνει στην εξουσία μόνο 8 μήνες και δεν είχε προλάβει να καταπιασθεί με το μειονοτικό ιδιαίτερα, γιατί τον απασχολούσε η σταθεροποίηση της εξουσίας του και η ανατροπή του Μακαρίου στην Κύπρο. Μισούσε θανάσιμα τον Μακάριο από τότε που ήταν επικεφαλής της ΚΥΠ στην Κύπρο, όταν του είχε παρουσιάσει ένα σχέδιο Ένωσης μετά από ολική εξόντωση των Τουρκοκυπρίων με ταυτόχρονες αιφνιδιαστικές επιθέσεις κι αυτός όχι μόνο είχε αρνηθεί να το δεχθεί ως απάνθρωπο, αλλά τον είχε κατσαδιάσει κιόλας. Τώρα το πεδίο ήταν ελεύθερο για να εφαρμόσει ένα παραπλήσιο σχέδιο εξόντωσης στην τουρκική Μειονότητα, πιθανώς όχι τόσο αιματηρό, πάντως ολικής εξάλειψης. Ο Ιωαννίδης εάν παρέμεινε κι άλλο διάστημα στην εξουσία πιστεύω ότι η Μειονότητα θα διέτρεχε θανάσιμο κίνδυνο. 
 
Με τα «εάν» δεν γράφεται βέβαια ιστορία, αλλά και χωρίς «εάν» δεν ασκείται πολιτική.
 
Τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης δεν γνωρίζαμε πολλά πράγματα για τον αόρατο δικτάτορα Ιωαννίδη, εκτός από το ότι είχε μετατρέψει την ΕΣΑ σε σώμα βασανιστών. Τα έργα και οι ημέρες του έγιναν γνωστά αργότερα. Λυπάμαι που στις αλλεπάλληλες ογκώδεις διαδηλώσεις στη Θεσσαλονίκη τότε αμέσως μετά την πτώση της Χούντας δεν φώναξα τόσο δυνατά όσο μπορούσα το «Φόλα στον σκύλο της ΕΣΑ!».
 
Ο δημοσιογράφος Γιάννης Τζαννετάκος σε άρθρο του στην «Ελευθεροτυπία» είχε αποκαλύψει μια εντελώς άγνωστη «επιχείρηση αφομοίωσης» της Χούντας, άκρως ανατριχιαστική. Κάποιοι από τη Χούντα είχαν τη φαεινή ιδέα να εκπαιδεύσουν σε ελεγχόμενο περιβάλλον μουσουλμανόπαιδα από τη Θράκη από νηπιακή–παιδική ηλικία και να τους εμφυσήσουν την «ελληνική εθνική ιδέα», ο,τι τέλος πάντων σήμαινε αυτό για τη Χούντα, ώστε μετά από κατάλληλη εκπαίδευση – πλύση εγκεφάλου κι όταν μεγαλώσουν να αμοληθούν στη Θράκη και να γίνουν οι προπαγανδιστές και οι καλλιεργητές του εθνικού φρονήματος μέσα στη Μειονότητα και ο,τι άλλο τους ανέθετε η Πολιτεία. Επέλεξαν ένα μικρό και απομονωμένο νησί του Αιγαίου, έστησαν εκεί τις εγκαταστάσεις του «σχολείου», ορίσθηκαν οι «δάσκαλοι» και το υπόλοιπο προσωπικό και γέμισαν μια αίθουσα με μικρά παιδιά από τη Μειονότητα. Πώς έπεισαν τους γονείς, πώς τους ξεγέλασαν να παραδώσουν τα παιδιά τους, τί μέσα και τί κόλπα χρησιμοποίησαν, τί υποσχέθηκαν, παραμένει άγνωστο. Και ξαφνικά προέκυψε ένα απρόβλεπτο πρόβλημα. Τα παιδιά, μακριά από τις εστίες και τους γονείς τους, από τις πρώτες μέρες έβαλαν τα κλάματα και ήθελαν τις μητέρες τους. Οι υπεύθυνοι έκαναν το παν για να τα ηρεμήσουν, αυτά όμως όχι μόνο δεν ηρεμούσαν, αλλά έκλαιγαν όλο πιο δυνατά όλα μαζί και ασταμάτητα. Η κατάσταση με το κλάμα των παιδιών που ήθελαν τις μητέρες τους χειροτέρευε όλο και περισσότερο. Απηύδησαν οι υπεύθυνοι. Η ασυνείδητη αντίσταση των πιτσιρικάδων πέτυχε και εγκαταλείφθηκε η προσπάθεια. Ενώ το αντίστοιχο πείραμα της ΕΠΑΘ πέτυχε, αλλά μόνο μερικώς κι αυτό, που βαθμιαία οδηγείται σε ολική αποτυχία.      
 
Ας συνοψίσουμε: Η Μεγάλη Δίωξη της Μειονότητας άρχισε δειλά δειλά μερικά χρόνια πρό της Χούντας (1964-65). Συστηματοποιήθηκε και γενικεύθηκε με τη Χούντα (1967-74). Καταπίεση, διακρίσεις, απαγορεύσεις, αποκλεισμοί και διοικητικά μέτρα σε βάρος της Μειονότητας και του μειονοτικού πολίτη αφορούσαν σχεδόν όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η (αντι)μειονοτική πολιτική της Χούντας αποσκοπούσε κατά πρώτο λόγο στον εξαναγκασμό της Μειονότητας να εγκαταλείψει τη Θράκη και να μεταναστεύσει στην Τουρκία ή όπου αλλού μπορούσε. Το δευτερεύον σκέλος της πολιτικής αυτής περιελάμβανε μέτρα που ως επιδίωξη έδειχναν να έχουν την αφομοίωση. Τελικά η πολιτική της αφομοίωσης και της αποτουρκοποίησης ενίσχυε κι αυτή την μετανάστευση.
 
Η αντιμειονοτική πολιτική της Χούντας όχι μόνο συνεχίσθηκε και στη μεταπολίτευση (1974), αλλά ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο με αυστηροποίηση των χουντικών διοικητικών μέτρων και προσθήκη νέων πιο απάνθρωπων.
 
Η περίοδος της Μεγάλης Δίωξης διαρκεί μια 35ετία περίπου (1964-1998) και η λήξη της σηματοδοτείται με την κατάργηση του άρθρου 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας (1998). Το άρθρο αυτό χρησιμοποιήθηκε εν πολλοίς καταχρηστικώς για την αφαίρεση ιθαγενείας από δεκάδες χιλιάδες μειονοτικούς. Λέω καταχρηστικώς, διότι οι αφαιρέσεις ιθαγενειών πραγματοποιούνταν με απλή επίκληση του σχετικού άρθρου χωρίς να τηρούνται οι όροι που έθετε η πρωτοφανής αυτή ρατσιστική διάταξη.
 
Τα διοικητικά μέτρα είχαν αρχίσει να χαλαρώνουν βαθμιαία από το 1992 μετά την εξαγγελία ισονομίας και ισοπολιτείας και άρσης των διοικητικών μέτρων (1991).
 
Εν έτει 2020 σήμερα τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα σε σχέση με την περίοδο της Μεγάλης Δίωξης. Δεν θα απαριθμήσω εδώ τα μειονοτικά προβλήματα που αρνούνται οι κυβερνήσεις να επιλύσουν και σε ποια θέματα και τομείς η ισοπολιτεία είναι ημιτελής και θέλει ολοκλήρωση. Πάντως σε ένα σκληρό έθνος κράτος όπως είναι η Ελλάδα η ισονομία και η ισοπολιτεία θα είναι ένα συνεχές ζητούμενο για τις μειονότητες.  
 
21/4/2020
 

Ιμπράμ Ονσούνογλου


Ετικέτες: Ελλάδα, Χούντα, Τουρκική Μειονότητα, Μειονότητα, Θράκη, Ιμπράμ Ονσούνογλου