Η ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Η ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

  • Η ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Σκηνή Α’

 

Το χωριό λεγόταν Απόσκεπ ή Απόσκεπο, αλλά θα μπορούσε να λέγεται και Άρμενσκο ή Βάμπελ ή κάπως έτσι. Η μορφονιά λεγόταν Λιλιάνα αλλά θα μπορούσε να λέγεται και Βασιλίτσα ή κάπως έτσι και η γιαγιά Γιοβάνα, ή Βούλα ή κάπως έτσι.


Οι δυο τους, γιαγιά και εγγονή είχαν περάσει πολλές ώρες, μέρες και χρόνια μαζί, γιατί οι γονείς της Λιλιάνας δούλευαν μακριά σε εργοστάσιο ηλεκτρισμού - τα περισσότερα βράδια δεν γυρνούσαν καν στο χωριό. Η Γιοβάνα είχε αποδεχθεί άρρητα το καθήκον να αναθρέψει την εγγονή της. Επρόκειτο για καθήκον εξαιρετικά σημαντικό.


- Α, ρε να ζούσε ο θείος ο Κώστας, θα ήμασταν όλοι αλλού. Θα μας είχε πάρει μαζί του στις Αμερικές, μονολόγησε η Γιοβάνα ετοιμάζοντας το γεύμα.


- Γιαγιά πεινάνε εκεί πολλοί άνθρωποι…, σχολίασε η Λιλιάνα.


- Άσε καλέ, ας ήμασταν εκεί και εσύ θα ήσουν πριγκίπισσα.


- Γιαγιά τι θα γίνει με εκείνα τα 100 ευρώ που είπες; Μόνο εγώ δεν έχω smartphone στην παρέα. Μένω στην απ’ έξω, ρε γαμώτο σου λέω…


- Μούγκαφον σου χρειάζεται! Ορίστε. Τα παίρνετε αυτά τα σμάρφον και βγάζετε φωτογραφίες τσίτσιδες και τα βρίσκουν οι αλήτες και τα δείχνουν σε όλους στο Ίρνετετ.

- Ίντερνετ, ρε γιαγιά…

- Αυτός ο διάολος, μαζί με τον άλλο, τον Φου-Μπου, αυτόν τον Κινέζο.

- Σε παρακαλώ, ρε γιαγιά. Έχω βρει ένα φτηνό…

- Ξέρω πού καταλήγουν όλα αυτά.

- Στο σεξ εννοείς;, ρώτησε η Λιλιάνα πειραχτικά.

- Σσσσσσσς! Σους! Εδώ μέσα σου έχω πει δεν βρίζουμε. Οι καλοί χριστιανοί τη λένε «Πράξη του Θεού» και γίνεται μόνον μετά το γάμο. Ακούς; Κομμένα αυτά, να τα ξεχάσεις. Δεν θα μου γκαστρωθείς εσύ όσο είμαι υπεύθυνη για σένα. Τι θα πω στους γονείς σου;


Χέστηκα, σκέφτηκε η Λιλιάνα, και προχώρησε στην επίθεση:

- Ο «θείος» Κώστας δεν θα μου το αγόραζε το κινητό;

Χτύπημα κάτω από τη μέση λεγόταν αυτό.

- Αχ, ο θείος αγαπούσε πολύ. Δεν μπορούσε να πει όχι. Σε καμία γυναίκα. Τη γυναίκα του τη λάτρευε. Τι της αγόραζε, πώς τη στόλιζε, τι της έλεγε…

- Με δουλεύεις ρε γιαγιά; Εσύ δεν μου έλεγες ότι σηκώθηκε κι έφυγε και μετά παντρεύτηκε άλλη;

Η Γιοβάνα σταμάτησε το ανακάτεμα στην κατσαρόλα και πάνω από το τσιγαριστό κρεμμύδι συλλογίστηκε…

- Μεγάλωσες τώρα. Θα σου εξηγήσω: Αναγκάστηκε ο θείος...

- Τι αναγκάστηκε; Να ξενογαμήσει;

- Σκασμός, παλιόπαιδο. Ούτε τέτοιες λέξεις, ούτε κουβέντα για τον θειό…

- Καλά. Να ξενο-κάνει-την-Πράξη-του Θεού;

- Ο θείος παντρεύτηκε την Αγάπη από το… (είπε το όνομα του διπλανού χωριού). Την ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή. Αυτός ήταν 20 χρονών παλικάρι, εκείνη ήταν μικρότερη. Πώς την κοιτούσε, πώς της μιλούσε… (η Γιοβάνα δάκρυσε).

- Ε, και πώς φτάσαμε στο να ξενο… απ’ αυτό, τέλος πάντων;

- Το ’40 τον πήραν φαντάρο το θειό. Πολέμησε στην Αλβανία, έφτασε ως την Κορυτσά. Αλλά γύρισε περπατώντας από την Καστοριά… Όπως όλοι τους. Τέλος πάντων. Έφτιαχνε ένα τσίπουρο ο παππούς. Μούρλια. Από όλα τα χωριά ερχόντουσαν για να αγοράσουνε. Κάνανε δύο παιδιά με τη γυναίκα του, αλλά δεν πρόλαβε να τα χαρεί. Μετά την κατοχή τον πιάσανε, επειδή τα ξαδέλφια του ήταν με τους κομμουνιστές. Άκου «ληστοτρόφος»… Φαΐ στα ξαδέλφια του έδινε! Αυτοί που τον πιάσανε δεν θα ‘διναν;

- Θα έρθεις στο ψητό γιαγιά;

- Παιδί μου, το χωράφι ήθελε να του πάρει ο παππούς τού Καραβαγγέλη. Αυτός ήταν ο λόγος. Αυτός τον «έδωσε». Αχ, τα παιδάκια του δεν τον χάρηκαν… Τον στείλανε στη Γιούρα, ένα νησί, εξορία. Γύρισε το ’50 και δεν βρήκε κανέναν στο χωριό, είχαν όλοι πεθάνει, ή είχαν φύγει…

- Είχε αδειάσει το χωριό γιαγιά;

- Αμέ. Η γυναίκα του και τα δύο παιδάκια, τρυφερούδια τριών και πέντε χρονών ήταν, πήγαν από την άλλη πλευρά των συνόρων. Βλέπεις, το χωριό ήταν καταμεσής του πολέμου, πέφτανε οβίδες, είχε νάρκες. Πού να σταθεί άνθρωπος… Η γυναίκα και τα παιδιά του έμειναν «από κει». Δεν τους βρήκε (κλάμα). Κίνησε θεούς και δαίμονες. Τελικά μόνο αυτός πήρε διαβατήριο από το χωριό και πήγε και τους είδε πολλά χρόνια μετά. Γύρισε και μας είπε ότι εκείνη και τα παιδιά δεν ήθελαν να επιστρέψουν. Τον θυμάμαι να κλαίει, μόνον τότε τον θυμάμαι να κλαίει. (Η Γιοβάνα σκούπισε και τα δικά της δάκρια). Την Μπάμπω τη γνώρισε εδώ. Ήταν αντάρτισσα και όταν γύρισε κι αυτή από την εξορία βρήκε τον άντρα της ξαναπαντρεμένο. Ο θειός παντρεύτηκε δεύτερη φορά στην ίδια εκκλησία, το ’62 νομίζω… Περίμενε όμως: Το ’61 είχε πεθάνει η Αγάπη, «από κει» και αφού του στείλανε τη φωτογραφία από την κηδεία με το φέρετρο ανοιχτό και σιγουρεύτηκε, τότε μόνο ξαναπαντρεύτηκε αυτός εδώ. Την περίμενε, κατάλαβες;

 

 

Σκηνή Β’

- Πάντως, γιαγιά, δεν νομίζω ότι οι γυναίκες πρέπει να ακούν μόνο, είπε η Λιλιάνα, παίζοντας στο καινούργιο της κινητό. Πρέπει να μιλάνε κιόλας, είπε.

- Πού τα άκουσες αυτά, διάολε πάλι; Στο είπα το Ίνρνετετ θα σε χαλάσει. Πώς θα βρεις άντρα βρε με αυτά που λες;

- Μα ο Νικόλας μου το είπε και το βρήκα σωστό. Οι γυναίκες να μιλάνε.

Το πρόσωπο της Γιοβάνας σκοτείνιασε από τη φοβερή υποψία.

- Ποιος είναι αυτός ο Νικόλας λουλούδι μου, ρώτησε δήθεν τρυφερά.

- Το αγόρι μου. Από τη Φλώρινα είναι.

- Ποιο αγόρι σου, μωρή; Δεν είπαμε αυτά είναι για μετά τον γάμο; Δεν είπαμε πρώτα θα τελειώσεις το σχολείο και μετά να δούμε για γάμο; Τι θα πω στη μάνα σου και τον πατέρα σου; Ότι σε άφησα να… (η όψη της έγινε ακόμη πιο σκοτεινή και το πρόσωπό της έδειχνε πια μια τεράστια απόγνωση). Δεν πιστεύω να προχώρησες! Η Πράξη του Θεού είναι ιερή, Λιλιάνα…

- Όχι για τον θείο Κώστα όμως. Γιατί του χαρίζεσαι;

(Η Γιοβάνα πια έκλαιγε γοερά) Μην τον πιάνεις στο στόμα σου, μην…

- Μη φοβάσαι, γιαγιάκα πάντως. Δεν έκανα την «Πράξη του Θεού».

Η Γιοβάνα αναθάρρησε. Η ελπίδα επέστρεψε. Αλλά εκεί που σκούπιζε τα δάκρυά της η Λιλιάνα συνέχισε με διαβολική περιπαικτική διάθεση, υποτιμώντας βέβαια την καρδιακή αντοχή της γιαγιάς της:

- Αλλά είδα από κοντά το «Εργαλείο του Θεού» και το περιεργάστηκα. Και στο τέλος ο Νικόλας φάνηκε να χάρηκε πάρα πολύ. Την επόμενη φορά θα χρησιμοποιήσουμε και το δικό μου «Εργαλείο του Θεού», συνέχισε η Λιλιάνα αλλά αναγκάστηκε να διακόψει απότομα τα λόγια της: Ήταν η πρώτη και ευτυχώς η τελευταία φορά στην πολυτάραχη ζωή της, που η Γιοβάνα λιποθύμησε…

 

 

Υ.Γ.: Φυσικά ο διάλογος αυτός δεν έγινε ποτέ στα ελληνικά, αλλά σε μια «ανύπαρκτη» γλώσσα. Μέχρι το 1947 φυλακίστηκαν 9.800 Βορειομακεδόνες και εκτοπίστηκαν 23.800. Από τους 250.000 Βορειομακεδόνες που είχαν απογραφεί στην Ελλάδα το 1913, το 1950 είχαν απομείνει λιγότεροι από 100.000. Περίπου 30.000 βρήκαν καταφύγιο στη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας. Η ιστορία βασίζεται στο βιντεάκι-ντοκιμαντέρ του συναδέλφου Γ. Κουβαρά «Το καζάνι», και την έμπνευση μου την… έδωσε η γιαγιά μιας καλής συναδέλφου μου.

 

 

Πέτρος Τσάγκαρης


Ετικέτες: Διήγημα, Πέτρος Τσάγκαρης, Μακεδονική Μειονότητα, Κατοχή