Η επιστροφή του Μακεδονικού

Η επιστροφή του Μακεδονικού

  • Η επιστροφή του Μακεδονικού

Του Κώστα Πίττα
 
Τον Νοέμβρη του 1988, κι ενώ η Γιουγκοσλαβία άρχιζε να βυθίζεται στην κρίση, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Χρήστος Σαρτζετάκης πραγματοποίησε ένα ταξίδι στη Μελβούρνη για να εγκαινιάσει μια αρχαιολογική έκθεση που σκοπό είχε ν’ αποδείξει «την ελληνικότητα της Μακεδονίας». Λίγους μήνες πριν, η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε στείλει στην Αυστραλία τον Στέλιο Παπαθεμελή, τον εθνικιστή και θρησκόληπτο υπουργό Μακεδονίας Θράκης, για να προετοιμάσει το έδαφος με την οργάνωση «επιστημονικού» συνέδριου κατά των «‘Σκοπιανών’ που τολμούσαν να αυτοαποκαλούνται Μακεδόνες» και την ενίσχυση του ελληνικού λόμπυ. Η αντίδραση των μεταναστών της Μελβούρνης που κατάγονταν από την ομόσπονδη γιουγκοσλαβική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας ήταν να διαδηλώσουν έξω από το «επιστημονικό» συνέδριο και την έκθεση. Αυτά τα γεγονότα ήταν που πυροδότησαν στην Ελλάδα το ξεκίνημα της νέας «πατριωτικής» εκστρατείας για το όνομα της γειτονικής χώρας, που θα κορυφώνονταν με τη δεξιά κυβέρνηση του Μητσοτάκη τέσσερα χρόνια αργότερα.
 
Έτσι το περιβόητο “Μακεδονικό ζήτημα” ξαναμπήκε πανηγυρικά στην σύγχρονη πολιτική επικαιρότητα. Το Σεπτέμβρη του 1988 η εφημερίδα Εργατική Αλληλεγγύη έγραφε: «Σήμερα η αναζωπύρωση του Μακεδονικού έχει να κάνει με την κρίση που συγκλονίζει τη Γιουγκοσλαβία. Οι στρατηγικοί σχεδιασμοί των μιλιταριστικών επιτελείων σε Δύση και Ανατολή αντιμετωπίζουν τα σενάρια μιας ενδεχόμενης κατάρρευσης του ενιαίου Γιουγκοσλαβικού κράτους κάτω από το βάρος των εθνικών αντιθέσεων που οξύνονται από την οικονομική κρίση… Ο θόρυβος για τις ‘προκλήσεις των Σκοπίων’ δεν είναι παρά ένα προπέτασμα για τις προετοιμασίες του Ελληνικού καπιταλισμού να μην μείνει έξω από οποιαδήποτε (διπλωματική μέχρι στρατιωτική) επέμβαση σε περίπτωση ‘χάους’ στη Γιουγκοσλαβία»[1]
 
Στα επόμενα τριάντα χρόνια μέχρι σήμερα, αυτή η επέμβαση δεν έφτασε ποτέ να γίνει ανοικτά στρατιωτική (αν και είναι δημοσιογραφικά εξακριβωμένο ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο Μητσοτάκης συζητούσε με τον τότε ισχυρό άνδρα της Σερβίας Μιλόσεβιτς τον διαμελισμό της γειτονικής χώρας, ενώ το 2001 δυο μηχανοκίνητοι λόχοι του ελληνικού στρατού στρατοπέδευαν στα Σκόπια ως τμήμα της ‘ειρηνευτικής’ δύναμης του ΝΑΤΟ). Όμως, από τη στιγμή που κατέρρευσε το ανατολικό μπλοκ στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο ελληνικός καπιταλισμός έβαλε στόχο να αξιοποιήσει την επέκταση προς ανατολάς της ΕΕ (ΕΟΚ τότε) και του ΝΑΤΟ για να αρπάξει κομμάτι της λείας. Όντας μέλος και στους δυο παραπάνω καπιταλιστικούς συνασπισμούς, εκμεταλλεύτηκε σαν τοπικός υποϊμπεριαλισμός όλους τους ανταγωνισμούς για τη μοιρασιά και χρησιμοποίησε κάθε διπλωματικό και οικονομικό εκβιασμό για να κάνουν οι ελληνικές εταιρείες και τράπεζες τα Βαλκάνια “πίσω αυλή τους”. Αυτή –και μόνο αυτή– είναι η πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τις πολεμικές απειλές και τις εθνικιστικές εκστρατείες «η Μακεδονία είναι ελληνική» με τα συλλαλητήρια του Μητσοτάκη και του Σαμαρά το 1992 ή το οικονομικό εμπάργκο που επέβαλε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1994-95 και είχε αναγκάσει τα “Σκόπια” να αλλάξουν σημαία, να αποδεχτούν (προσωρινά) το όνομα ΠΓΔΜ και μαζί με αυτό μια ολόκληρη σειρά από τις ελληνικές απαιτήσεις που άνοιξαν το δρόμο για την “άλωση” της οικονομίας τους μέσα στα επόμενα χρόνια από το ελληνικό κεφάλαιο. Το ίδιο ισχύει για το βέτο του Καραμανλή και της Μπακογιάννη το 2008 για ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ που έστειλε το μήνυμα ότι οποιαδήποτε απόφαση στα Βαλκάνια θα περνάει πρώτα για έγκριση από την Αθήνα. Τα ανταλλάγματα αυτών των πολιτικών προσπαθεί να εισπράξει σήμερα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προβάλλοντας πιεστικά τις απαιτήσεις για αλλαγή του Συντάγματος και “γεωγραφικούς προσδιορισμούς” στο όνομα.
 
Και μόνο το γεγονός ότι οι συσχετισμοί δύναμης είναι συντριπτικά σε βάρος της γειτονικής χώρας θα αρκούσε για να φανεί πόσο ψεύτικοι και υποκριτικοί είναι οι υπαινιγμοί για “αλυτρωτισμό των Σκοπίων” που αποτελεί δήθεν κίνδυνο για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας και συνδυάζονται με την ελληνική απαίτηση να απαλειφθεί από το Σύνταγμα της γειτονικής χώρας κάθε αναφορά σε μακεδονική εθνότητα, μειονότητα ή γλώσσα: «Το ΑΕΠ της Ελλάδας, ακόμα και μετά την κρίση, βρίσκεται κοντά στα 180 δις Ευρώ. Των ‘Σκοπίων’ είναι μόλις 9 δις. Η Ελλάδα ξοδεύει πάνω από το 2% του ΑΕΠ κάθε χρόνο για στρατιωτικές δαπάνες –ένα ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 4 δις. Η ΠΓΔΜ το 1% –δηλαδή 90 εκατομμύρια όλα και όλα. Ο ελληνικός στρατός έχει 147 χιλιάδες αξιωματικούς και οπλίτες. Ο στρατός της Δημοκρατίας της Μακεδονίας 16 χιλιάδες. Η Ελλάδα έχει μια από τις πιο σύγχρονες πολεμικές αεροπορίες στον κόσμο, την οποία ετοιμάζεται τώρα να ενισχύσει με ένα σμήνος από F35-Stealth. Η Μακεδονία δεν έχει ούτε ένα πολεμικό αεροσκάφος». [2]
 
Όμως, η σύγκρουση τόσο με τις απόπειρες της δεξιάς και της ακροδεξιάς να εκμεταλλευτούν την αναζωπύρωση του “Μακεδονικού” για τη δημιουργία εθνικιστικού κλίματος, όσο και με τις εκβιαστικές απαιτήσεις του Κοτζιά, απαιτεί από την Αριστερά να μπορεί να δώσει τις διεθνιστικές απαντήσεις στους μύθους περί ανύπαρκτης μακεδονικής εθνότητας και μειονότητας που αναμασούν τα παραμύθια περί αιώνιας ελληνικότητας της Μακεδονίας.
 
 
Πόσο “ανύπαρκτη” εθνότητα και μειονότητα;
 
Ούτε το “Μακεδονικό” ούτε η επεκτατική πολιτική της ελληνικής άρχουσας τάξης εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1990, αλλά τουλάχιστον 100 χρόνια πριν από τότε. Η χάραξη των συνόρων στα Βαλκάνια στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, έγινε με βάση λιγότερο το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των πληθυσμών και περισσότερο με βάση τους στρατιωτικούς συσχετισμούς δύναμης και τις διπλωματικές σκοπιμότητες κύρια των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της εποχής και των τοπικών καπιταλισμών. Οι ρυθμίσεις που έγιναν τότε ήταν τόσο σκανδαλώδεις που ο όρος “βαλκανοποίηση” έγινε συνώνυμο του κατακερματισμού μιας περιοχής.
 
Η ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας, σαν τμήμα της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έγινε το κέντρο των ανταγωνισμών ανάμεσα στις τοπικές άρχουσες τάξεις που είχαν ήδη μπορέσει να συγκροτήσουν εθνικά κράτη στα Βαλκάνια. Όπως, με αρκετή δόση κυνισμού, έλεγε το 1889 ο έλληνας πρωθυπουργός Χ. Τρικούπης: «Όταν έλθη ο μέγας πόλεμος… η Μακεδονία θα γίνει ελληνική ή βουλγαρική κατά τον νικήσαντα. Αν τη λάβωσι οι Βούλγαροι δεν αμφιβάλλω ότι θα είναι ικανοί να εκσλαβίσωσι τον πληθυσμό μέχρι των θεσσαλικών συνόρων. Αν ημείς την λάβωμεν θα τους κάνωμεν όλους Έλληνας μέχρι της Ανατολικής Ρωμυλίας»[3]
 
Η εξέγερση του Ίλιντεν το 1903, όταν οι Μακεδόνες ξεσηκώθηκαν ενάντια στον Σουλτάνο υπό την ηγεσία της ΕΜΕΟ (μιας οργάνωσης που στην ηγεσία της εκείνη την εποχή βρίσκονταν σοσιαλιστές και αναρχικοί), παρά το γεγονός ότι συντρίφτηκε, ήταν το καμπανάκι που σήμανε την πιο ενεργή επέμβαση του ελληνικού κράτους στην περιοχή για «να τους κάνωμεν όλους Έλληνας». Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13 αποτέλεσαν το ξεκίνημα για την υλοποίηση αυτής της επεκτατικής πολιτικής. «Από την αρχή ως το τέλος εκείνης της φοβερής δεκαετίας 1912-22, στόχος ήταν η απόσπαση όσο το δυνατόν πιο μεγάλου μερίδιου από το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ανεξάρτητα από τη σύνθεση και τις διαθέσεις των πληθυσμών. Και εργαλείο ήταν η προσφορά των υπηρεσιών του ελληνικού στρατού στο μεγαλύτερο πλειοδότη στο τραπέζι της ιμπεριαλιστικής διπλωματίας»[4]
 
Ποια ήταν η σύνθεση των πληθυσμών στις περιοχές που καταλάμβανε ο ελληνικός στρατός; Η Οθωμανική απογραφή του 1906 δείχνει ότι οι “Ελληνορθόδοξοι” αποτελούσαν μειοψηφία που δεν ξεπερνούσε στην καλύτερη περίπτωση το 25%. Είναι χαρακτηριστική η διαπίστωση που κάνει ο R. A. Reiss, ένας Ελβετός καθηγητής που προσέλαβε η ελληνική κυβέρνηση το 1914 σαν σύμβουλο για να δει τι θα κάνει με τον πληθυσμό των νέων προσαρτημένων εδαφών: «Αυτούς που αποκαλείτε βουλγαρόφωνους, εγώ θα τους ονόμαζα απλώς Μακεδόνες… Τα Μακεδονικά δεν είναι η γλώσσα που μιλούν στη Σόφια… Επαναλαμβάνω ότι η μεγάλη μάζα των κατοίκων παρέμεινε απλώς Μακεδονική»[5] Περιγράφοντας ο λογοτέχνης Στρατής Μυριβίλης στο αυτοβιογραφικό του αντιπολεμικό μυθιστόρημα Η Ζωή εν τάφω την ανάρρωσή του κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο σπίτι μιας αγροτικής οικογένειας στη Βελούσινα, έγραψε για τους κατοίκους του χωριού ότι «δὲ θέλουν νἆναι μήτε ‘Μπουλγκάρ’[Βούλγαροι], μήτε ‘Σρρπ’ [Σέρβοι] μήτε ‘Γκρρτς’ [Έλληνες]. Μοναχὰ ‘Μακεντόνορτοντοξ’».
 
Οι ίδιοι οι Βαλκανικοί Πόλεμοι αποτέλεσαν την πρώτη φάση ενός σφαγείου εθνικής εκκαθάρισης στη Μακεδονία. Ο Τάσος Κωστόπουλος στο βιβλίο του Πόλεμος και εθνοκάθαρση 1912-1922, αφιερώνει πολλές σελίδες με αφθονία μαρτυριών για «την εφαρμογή μιας συστηματικής εθνοκάθαρσης των διαφιλονικούμενων περιοχών από τους ανεπιθύμητους κατοίκους τους, όπου αυτή τη φορά πρωταγωνιστής δεν ήταν άλλος από τον ελληνικό στρατό»[6] Αυτό το κεφάλαιο θα κλείσει με τον πιο επίσημο τρόπο η ελληνοβουλγαρική σύμβαση του Νεϊγύ για “εθελοντική” ανταλλαγή πληθυσμών το 1919.
 
Όμως, παρά τους δεκαετείς πολέμους και τις εθνοκαθάρσεις, μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους συνέχισε να υπάρχει μια πολυάριθμη μειονότητα που μιλούσε τη μακεδονική γλώσσα. Το 1925 η ελληνική κυβέρνηση κυκλοφόρησε μάλιστα και ένα αλφαβητάρι, το Abecedar, στα μακεδονικά. Επισήμως για να ικανοποιηθεί η Κοινωνία των Εθνών, ανεπισήμως για να αντιμετωπιστεί ο «βουλγάρικος αλυτρωτισμός». [7] Το αλφαβητάρι αποσύρθηκε γρήγορα μετά τις αντιδράσεις των «εθνικοφρόνων». Από εκεί και μετά, πολιτική του ελληνικού κράτους έγινε η συστηματική πίεση στη μακεδονική μειονότητα να ξεχάσει τη γλώσσα της. Ο βίαιος ‘εξελληνισμός’ κορυφώνεται με τη δικτατορία του Μεταξά το 1936, όταν επιβλήθηκε ολοκληρωτική απαγόρευση της χρήσης της μακεδονικής γλώσσας και αναγκαστική ελληνοποίηση των ονομάτων, όχι μόνο των τοπωνύμιων αλλά και των ανθρώπων. «Η βιαιότητα της απαγόρευσης ήταν χαρακτηριστική. Οι αρχές εξαπέλυσαν ένα κύμα κρατικής τρομοκρατίας ενάντια στους παραβάτες… Η ποινή ξεκινούσε από επίπληξη ως βαρύ πρόστιμο, φυλάκιση, βασανιστήρια με το περίφημο ρετσινόλαδο, εξορία». [8]
 
Στη διάρκεια της Αντίστασης ενάντια στη ναζιστική κατοχή και ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες μετά την Απελευθέρωση υπήρξε μια σύντομη περίοδος ελευθερίας για τη Μακεδονική μειονότητα στις περιοχές που έλεγχε ο ΕΛΑΣ. Όμως μετά, η καταστολή του ελληνικού κράτους επανήλθε σκληρότερη. «Τους βασανίζουν, τους αρπάζουν τις περιουσίες, τους ατιμάζουν», έγραφε ο νεαρός τότε δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη, Σόλων Γρηγοριάδης. «Το αποτέλεσμα είναι να αρχίσει γενική φυγή. Ολόκληρα χωριά παίρνουν τα βουνά ή ζητούν άσυλο στη Γιουγκοσλαβία».[9]
 
Ταυτόχρονα, στην απέναντι πλευρά των συνόρων, με τη νίκη των παρτιζάνων του Τίτο, το 1944 η Αντιφασιστική Συνέλευση για την Εθνική Απελευθέρωση της Μακεδονίας (ASNOM) διακήρυξε τη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας. Η νέα δημοκρατία έγινε μία από τις έξι επιμέρους δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας και το 1963 μετονομάστηκε σε Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας.
 
Στην Ελλάδα, η ήττα της Αριστεράς στον Εμφύλιο το 1949, στον οποίο η μακεδονική μειονότητα συμμετείχε στο πλευρό του Δημοκρατικού Στρατού, σήμανε την τελική φάση της εθνικής εκκαθάρισης: πάνω από 40.000 είτε σκοτώθηκαν είτε αναγκάστηκαν να φύγουν σαν πρόσφυγες στη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Παρόλα αυτά, στην απογραφή του 1951 καταγράφονται 40.000 “σλαβόφωνοι” (που ο αριθμός τους είναι σίγουρα πολύ μεγαλύτερος δεδομένων των συνθηκών καταστολής που συνεπαγόταν μια τέτοια παραδοχή).
 
Τις δυο δεκαετίες που προηγήθηκαν της ανακήρυξης της σύγχρονης Δημοκρατίας της Μακεδονίας στις 8 Σεπτεμβρίου 1991 (στο ξεκίνημα της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας) το “Μακεδονικό ζήτημα” σιγόβραζε χωρίς να παίρνει μεγάλες διαστάσεις. Όμως, έστω κι αν από το 1974 και μετά οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είχαν σαν προτεραιότητα τον “κίνδυνο εξ Ανατολών” δηλαδή την Τουρκία και προωθούσαν μια πολιτική βαλκανικών ανοιγμάτων, η αμφισβήτηση του Μακεδονικού ομόσπονδου “κρατιδίου” ποτέ δεν εγκαταλείφθηκε από την ελληνική διπλωματία. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα “μέτρα εθνικής συμφιλίωσης” που έδιναν τη δυνατότητα επιστροφής των κομμουνιστών πολιτικών προσφύγων στην Ελλάδα, αποκλείστηκαν οι “σλαβομακεδόνες” μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού και οι απόγονοί τους.
 
 
Η Αριστερά και το Μακεδονικό
 
Η Αριστερά, εκατό χρόνια από την ίδρυση του ΣΕΚΕ, διαθέτει πλούσια παράδοση διεθνισμού και αντιπολεμικής δράσης, πολύτιμη για την προσέγγιση του ζητήματος στις μέρες μας. Το ΣΕΚΕ δημιουργήθηκε το 1918 από σοσιαλιστικές ομάδες με έντονη διεθνιστική δράση.
 
Η σημαντικότερη από αυτές, η Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης, αν και στηριζόταν κύρια στην πολυπληθή Εβραϊκή εργατική τάξη της πόλης, προσπάθησε από την αρχή να συσπειρώσει στις τάξεις της τους Τούρκους, Βούλγαρους, Μακεδόνες και Έλληνες εργάτες της Οθωμανικής Μακεδονίας και προωθούσε το σύνθημα της Βαλκανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Ένας από τους Μακεδόνες σοσιαλιστές που εντάχθηκαν σε αυτήν ήταν ο Ντιμιτάρ Βλαχόβ από το Κιλκίς που είχε υπάρξει στέλεχος της ΕΜΕΟ που οργάνωσε την εξέγερση του Ίλιντεν το 1903. (Το 1944 συμμετείχε στην Αντίσταση με τους παρτιζάνους του Τίτο και στη συνέχεια έγινε ανώτερος αξιωματούχος της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας στην Γιουγκοσλαβία).
 
Το ΣΕΚΕ (που σύντομα εντάχθηκε στην Τρίτη Διεθνή και μετονομάστηκε σε ΚΚΕ) από την ίδρυσή του το 1918 διακήρυξε την υπεράσπιση των δικαιωμάτων για όλες τις μειονότητες που υπήρχαν στις “νέες χώρες” του ελληνικού κράτους, καθώς και το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση. Το 1925-26, ο γραμματέας του κόμματος, ο Παντελής Πουλιόπουλος, σύρθηκε σε δίκη από τη δικτατορία του στρατηγού Πάγκαλου, μαζί με άλλους 22 συντρόφους του, με την κατηγορία ότι συνωμοτούσαν για την “απόσχιση” της Μακεδονίας. Όπως αναφέρει ο Δημήτρης Λιβιεράτος, «η απολογία του Πουλιόπουλου, που κράτησε πέντε ώρες, έμεινε ιστορική. Κατηγορεί το καπιταλιστικό καθεστώς για την καταπίεση των εργατών και των χωρικών. Κηρύσσει το Διεθνισμό και την εργατική αλληλεγγύη. Αλλά η απολογία του είναι και νομικά εκπληκτική»[10] Τελικά το δικαστήριο τον αθώωσε, αλλά παρόλα αυτά η δικτατορία τον έστειλε εξορία.
 
Το 1928, έχοντας πια διαγραφεί από τη σταλινική ηγεσία του ΚΚΕ ως τροτσκιστής, ο Πουλιόπουλος αναφερόμενος στο “Μακεδονικό”, έγραφε: «Ορθά το Έκτακτο Συνέδριο [του ΣΕΚΕ-ΚΚΕ] το Νοέμβρη του 1924 διακήρυξε τη βασική αρχή του κομμουνισμού στο εθνικό ζήτημα, που ενσαρκώνεται στην υπεράσπιση του δικαιώματος των εθνοτήτων να αυτοδιατεθούν μέχρι του αποχωρισμού και στο συνδυασμό της πάλης για το δικαίωμα αυτό με τον αγώνα για την προλεταριακή επανάσταση, που είναι ο μοναδικός δρόμος για τη λύση του εθνικού ζητήματος… Τα συνθήματα του 1924 ‘Ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη’ είναι συνθήματα τακτικής. Βασισμένα στην προαναφερμένη διεθνιστική αρχή του κομμουνισμού, τα δυο αυτά συνθήματα ποτέ δεν είχαν, ούτε θα μπορούσαν να έχουν έννοια χωριστική»[11] Αυτή την ξεκάθαρη και γενναία στάση κράτησε ο Πουλιόπουλος μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα των Ιταλών φασιστών το 1943.
 
Το ΚΚΕ, και τη δεκαετία του ‘30, συνέχισε να υπερασπίζει ανοιχτά το δικαίωμα της μακεδονικής μειονότητας να μιλάει και να μαθαίνει τη γλώσσα της και να έχει πλήρη δικαιώματα. «Η παρουσία και δραστηριότητα της αριστερής ΕΜΕΟ (Ενωμένη) στην ελληνική Μακεδονία το 1934-36, με τη συνεργασία και την υποστήριξη του ΚΚΕ, αποτελεί μια σχεδόν άγνωστη σήμερα πτυχή αυτής της χειραφέτησης [της μακεδονικής μειονότητας]… Τμήματά της θα δράσουν επί δυο χρόνια υπό την καθοδήγηση του κομματικού μηχανισμού του ΚΚΕ… Το Σεπτέμβρη του 1934, ο Ριζοσπάστης δημοσιεύει για πρώτη φορά την είδηση της συγκρότησης ‘μακεδονικών ομάδων’… Ο κομμουνιστικός Τύπος της εποχής αποτελεί το μοναδικό νόμιμο βήμα για τη διεκδίκηση των γλωσσικών δικαιωμάτων της μειονότητας»[12]
 
Το 1941-44 οι Μακεδόνες πήραν ενεργά μέρος στην Αντίσταση συμμετέχοντας στο ΕΑΜ και στους παρτιζάνους του Τίτο αντίστοιχα. Το 1942 παρτιζάνοι Μακεδόνες οργάνωσαν μια εξέγερση στη Μπίτολα [Μοναστήρι] που καταστάλθηκε βίαια από το Βουλγαρικό στρατό κατοχής. Στην Ελλάδα, ως τμήμα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ συγκρότησαν το 1944, το SNOF, το Σλαβομακεδονικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Υπήρχαν μακεδονικά τάγματα, το 2/28 στην περιοχή της Φλώρινας και της Καστοριάς και το τάγμα του Καϊμακτσαλάν στην περιοχή της Έδεσσας-Αριδαίας. Αργότερα, στον Εμφύλιο, το φθινόπωρο του 1946 ένοπλα τμήματα από τη μακεδονική μειονότητα εντάσσονται στο Δημοκρατικό Στρατό. Δεκατέσσερις χιλιάδες ήταν οι μαχητές της μειονότητας (σε σύνολο 40.000 ανταρτών) που βρέθηκαν να πολεμούν μέχρι το τέλος στον ΔΣΕ.
 
Δεν σημαίνει ότι η αντιμετώπιση της ηγεσίας του ΚΚΕ ήταν πάντα η ίδια απέναντι στη Μακεδονική μειονότητα. Η χωρίς όρους και προϋποθέσεις διεθνιστική αντιμετώπιση του Παντελή Πουλιόπουλου τη δεκαετία του ’20, απέχει πολύ από την γεμάτη ταλαντεύσεις στάση του Σιάντου είκοσι χρόνια αργότερα, που αρνιόταν να δεχτεί μια χωριστή στρατιωτική οργάνωση των “σλαβομακεδόνων” τα πρώτα χρόνια της Αντίστασης, για να μην ρισκάρει τις συμμαχίες με τα αστικά και εθνικιστικά κομμάτια μέσα στο ΕΑΜ. Όπως, απέχει και από την καιροσκοπική αντιμετώπιση του Ζαχαριάδη στον Εμφύλιο, που θυμήθηκε την παλιά διεθνιστική γραμμή του κόμματος προκειμένου να αποσπάσει τους Μακεδόνες από την επιρροή του Τίτο (που είχε μόλις έρθει σε σύγκρουση με τον Στάλιν) και να εξασφαλίσει τη στρατιωτική υποστήριξη της μειονότητας στη δυτική Μακεδονία. Αυτό που έχει σημασία να κρατήσουμε εδώ, όμως, είναι ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η μειονότητα συνέδεσε τις τύχες και τους αγώνες της με την Αριστερά. Και ότι, απ’ την άλλη, η Αριστερά μπόρεσε να κερδίσει τις καταπιεσμένες μειονότητες και να προωθήσει την ταξική ενότητα με τους εργάτες των γειτονικών χωρών, κρατώντας μια επαναστατική διεθνιστική στάση σε κόντρα με τον εθνικισμό και τα συμφέροντα της “δικής μας” άρχουσας τάξης.
 
Ένα από τα καλύτερα –και πιο πρόσφατα– παραδείγματα μιας τέτοιας διεθνιστικής στάσης στα πλαίσια της επαναστατικής παράδοσης του ΣΕΚΕ και του Πουλιόπουλου, ήταν η μάχη ενάντια στην εθνικιστική εκστρατεία για “το όνομα της Μακεδονίας” που έδωσε η Οργάνωση Σοσιαλιστική Επανάσταση (από την οποία προέρχεται το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα) το 1992-93. Το 1992, όσο η πρώην Γιουγκοσλαβία γλιστρούσε στον τρόμο του πολέμου, μεγάλες και μικρότερες δυνάμεις προσπαθούσαν να μπουν στη μοιρασιά της επιρροής. Η ελληνική άρχουσα τάξη δεν ήταν εξαίρεση. Αυτό ήταν το υπόβαθρο για την “εθνική πανστρατιά” ενάντια στους “Σκοπιανούς” που ξεκίνησε η κυβέρνηση του Μητσοτάκη οργανώνοντας τα εθνικιστικά συλλαλητήρια.
 
Μέσα σε αυτό το κλίμα τον Μάρτη του 1992 αστυνομικοί συλλαμβάνουν ένα συνεργείο συντρόφων και συντροφισσών που διακινούσαν την Εργατική Αλληλεγγύη. Το “έγκλημά” τους ήταν ότι μαζί με την εφημερίδα διακινούσαν κι ένα μικρό βιβλίο, με τίτλο Η Κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η Εργατική Τάξη. Μια συλλογή άρθρων γεμάτων επιχειρήματα ενάντια στην εθνικιστική εκστρατεία, που υπεράσπιζαν την ιστορική αλήθεια για το Μακεδονικό και υποστήριζαν ότι ο γειτονικός λαός έχει το δικαίωμα να ονομάζεται όπως αυτός θέλει. Ο προϊστάμενος της εισαγγελίας άσκησε δίωξη που επέφερε ποινές μέχρι και δεκαπέντε χρόνια φυλάκισης, ανασύροντας απ’ τα σκονισμένα συρτάρια νόμους της δικτατορίας του Μεταξά και του μετεμφυλιακού κράτους της δεξιάς.
 
Επιφανειακά η δίκη των “5 της ΟΣΕ” έμοιαζε χαμένη υπόθεση. Κι όμως, η υπόθεση εξελίχτηκε εντελώς διαφορετικά. Τους μήνες που ακολούθησαν χτίστηκε ένα τεράστιο κίνημα συμπαράστασης: μαζεύτηκαν δεκάδες χιλιάδες υπογραφές που ζητούσαν να σταματήσει η δίωξη. Πάνω από εκατό εργατικά σωματεία και φοιτητικοί σύλλογοι δήλωσαν την αλληλεγγύη τους. Σε μια από τις διαδηλώσεις συμπαράστασης που οργανώθηκαν, το μπροστινό πανό ήταν των ηρωικών απεργών της ΕΑΣ (των λεωφορείων) που βρίσκονταν σε συνεχείς κινητοποιήσεις ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του Μητσοτάκη. Το κίνημα απλώθηκε και στο εξωτερικό με τα ελληνικά προξενεία να πολιορκούνται από διαδηλωτές, ενώ μηνύματα αλληλεγγύης έφτασαν από το Εργατικό Κέντρο του Σάο Πάολο στη Βραζιλία μέχρι την Ομοσπονδία Εργατικών Συνδικάτων της Νότιας Κορέας.
 
Το εύρος του κινήματος συμπαράστασης αναδείχτηκε και στην ίδια τη δίκη που ξεκίνησε ένα χρόνο μετά, τον Μάη του 1993. Οι μάρτυρες υπεράσπισης προήλθαν από όλο το φάσμα της Αριστεράς, συνδικαλιστές, πανεπιστημιακοί, μέλη της μακεδονικής μειονότητας, συγγραφείς και βουλευτές. Το δικαστήριο αναγκάστηκε να αθωώσει τους “5 της ΟΣΕ”. [13]
 
Πολλά έχουν αλλάξει από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Για παράδειγμα, το ελληνικό κεφάλαιο με πρωταγωνιστές τις τράπεζες, στηριγμένο στα εμπάργκο και τα βέτο των ελληνικών κυβερνήσεων, έχει “διεισδύσει” στην οικονομία της γειτονικής χώρας σε βαθμό που το 2016 (μέσα στην κρίση) οι ελληνικές Άμεσες Ξένες Επενδύσεις ανέρχονταν στα 463,4 εκατομμύρια ευρώ, το 10% του συνόλου, και περίπου το 5% του ΑΕΠ. Όμως, οι νέοι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί για τον έλεγχο των δυτικών Βαλκανίων έχουν ανοίξει ξανά την όρεξη του ελληνικού καπιταλισμού να γίνει ο «νονός» της εισόδου αυτών των χωρών πρώτα στο ΝΑΤΟ και μετά στην ΕΕ και να εξασφαλίσει ένα ελεύθερο γήπεδο για τα συμφέροντά του.
 
Απέναντι στις απόπειρες της ΝΔ και της ακροδεξιάς να δημιουργήσουν ένα νέο εθνικιστικό κλίμα, αλλά και στους εκβιασμούς του Κοτζιά για το “όνομα”, το “Σύνταγμα” κλπ της γειτονικής χώρας, η απάντηση από την πλευρά της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος δεν μπορεί να είναι άλλη από τη σύγκρουση με τον εθνικισμό της ‘δικής μας’ άρχουσας τάξης «με σεβασμό στο δικαίωμα του κάθε λαού να αποφασίζει ο ίδιος το πώς θα ονομάζεται η χώρα του και όχι να αποφασίζουν γι’ αυτόν οι ‘νονοί’ των Βαλκανίων, τοπικοί και διεθνείς», όπως διακηρύσσει η προκήρυξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σ’ αυτόν τον αγώνα, η διεθνιστική παράδοση της επαναστατικής αριστεράς στην Ελλάδα από το ΣΕΚΕ μέχρι σήμερα είναι πραγματικά πολύτιμη.
 
 
 

Σημειώσεις
 
1. Πάνος Γκαργκάνας, ‘Γιατί ξανάνοιξε το Μακεδονικό ζήτημα;’, Εργατική Αλληλεγγύη Νο27, Σεπτέμβρης 1988. Υπάρχει στο Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η εργατική τάξη, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 5η έκδοση (2008), σ. 135.
2. Σωτήρης Κοντογιάννης, ‘Η Αριστερά πρέπει να είναι αντίθετη στα “σύνθετα” παιχνίδια των Νονών’, Εργατική Αλληλεγγύη Νο 1308, 24/1/2018.
3. Συνέντευξη στην εφημερίδα Manchester Guardian. Αναφέρεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος 14, σελ. 18, Εκδοτική Αθηνών (1977).
4. Πάνος Γκαργκάνας, ‘Πώς χαράχτηκαν τα σύνορα στα Βαλκάνια’, Σοσιαλισμός από τα κάτω Νο1, Ιούνης 1992. Υπάρχει στο Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η εργατική τάξη, σ. 33.
5. Reiss, Dr R.A., Rapport sur la situation boulgarophones et des musulmans dans le nouvelles provinces grecques (1915).
6. Τάσος Κωστόπουλος, Πόλεμος και Εθνοκάθαρση, Η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης 1912-1922, σελ. 47-90, Βιβλιόραμα (2007).
7. Είναι ενδεικτικό ότι αντιρρήσεις στην έκδοση του Abecedar έφεραν και η Βουλγαρία και η Σερβία γιατί δεν ήταν γραμμένο στο κυριλλικό αλφάβητο, ενώ η ελληνική κυβέρνηση υποστήριζε ότι οι Μακεδόνες δεν είναι ούτε Βούλγαροι, ούτε Σέρβοι.
8. Τάσος Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη γλώσσα, σελ. 167, Βιβλιόραμα (2000).
9. Ριζοσπάστης 13/1/46. Αναφέρεται στο Η απαγορευμένη γλώσσα, σελ. 201.
10. Δημήτρης Λιβιεράτος, Παντελής Πουλιόπουλος, ένας διανοούμενος επαναστάτης, σελ. 28, Γλάρος (1992).
11. Παντελής Πουλιόπουλος, ‘Για το εθνικό ζήτημα’, περιοδικό Σπάρτακος Νο 2 (1928). Υπάρχει στο Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η εργατική τάξη, σελ. 136.
12. Τάσος Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη γλώσσα, σελ. 156.
13. Λέανδρος Μπόλαρης, ‘Τα ταξικά συμφέροντα είναι πιο δυνατά από τα «εθνικά»’, Εργατική Αλληλεγγύη Νο1309, 31/1/2018. Εκτενής περιγραφή της δίκης των ‘5 της ΟΣΕ’ και του κινήματος συμπαράστασης υπάρχει στο Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η εργατική τάξη, σελ. 217-239.
 
 
Πηγή


Ετικέτες: Μακεδονικό, Αριστερά, ΣΕΚΕ, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ