Ελληνικός Εμφύλιος: Το ζήτημα είναι πώς «θυμάται» μια κοινωνία το παρελθόν

Ελληνικός Εμφύλιος: Το ζήτημα είναι πώς «θυμάται» μια κοινωνία το παρελθόν

  • Ελληνικός Εμφύλιος: Το ζήτημα είναι πώς «θυμάται» μια κοινωνία το παρελθόν

Στις 29 Αυγούστου του ‘49 σήμανε η υποχώρηση του ΔΣΕ. Ο τρίχρονος ελληνικός εμφύλιος, η δεύτερη μετά την ΕΑΜική αγροτοεργατική επανάσταση στην Ελλάδα, μπορεί συνολικά και τελικά να αντιμετωπίζεται ως η επανάσταση η οποία, επιχείρησε αδύναμες επαναστατικές πολιτικές μετάβασης στη λαϊκή δημοκρατία με ένα πρόγραμμα που δεν επέτρεπε την ομαλή εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού. Τον διατάρασσε σε όφελος των εργατικών και φτωχών αγροτικών στρωμάτων…
 
Έπρεπε επομένως ή να νικήσει ή να συντριβεί.
 
 
Το ενδιαφέρον και η διαπάλη για την ιστορία
 
«Παρόλο που για σαράντα περίπου χρόνια (1949-1990) δεν υπήρχε θέση γι’ αυτόν στο δημόσιο λόγο, κι ενώ επισκιάστηκε από την αφήγηση της “εθνικής αντίστασης”», σημειώνει το Βήμα στις 12 Αυγούστου, «ο Εμφύλιος δεν έπαψε να αποτελεί ένα παροντικό παρελθόν».
 
Και έχει δίκιο. Ενδεικτικό του γενικότερου ενδιαφέροντος, είναι ο τεράστιος όγκος της ελληνικής και ξένης βιβλιογραφίας γι' αυτή την περίοδο.
 
Έως το 1999, 576 ξεχωριστές μελέτες είχαν εκδοθεί στην ελληνική γλώσσα (μελέτη Ν. Κουλούρη, βιβλιοθηκονόμου). Μετά το 2000, και ιδιαίτερα με την κρίση, εξαιτίας της όξυνσης του κοινωνικού ζητήματος, πολλαπλασιάζονται τα αφιερώματα στον Τύπο, τα ντοκιμαντέρ, τα απομνημονεύματα, ημερολόγια, ντοκουμέντα, φωτογραφικά λευκώματα, οι συνεντεύξεις, εντός και εκτός ελληνικών συνόρων που αποκαλύπτουν το κρυμμένο ενδιαφέρον για τον εμφύλιο.
 
Ενδιαφέρον που κορυφώνεται και «επιστρέφει» εδώ, στο πεδίο των σημερινών υπαρκτών κοινωνικών αναμετρήσεων και αναζητήσεων. Γιατί το ενδιαφέρον και η επιστροφή στην ιστορία έχει να κάνει κυρίως με αυτά που έρχονται. Με την ανερχόμενη βαρβαρότητα και την εύθραυστη ριζοσπαστικότητα ενός ρευστού κόσμου που περιέχει η εποχή μας.
 
 «Οι διαφορετικές ερμηνείες του Εμφυλίου μας βοηθούν να κατανοήσουμε, όχι τόσο το παρελθόν αλλά κυρίως το παρόν και τους μηχανισμούς με τους οποίους συγκροτείται η προσδοκία του μέλλοντος… Το ζήτημα είναι «με ποιους όρους “θυμάται” και “ξεχνά” η κοινωνία το παρελθόν της» επισημαίνει πάλι το Βήμα διαφημίζοντας το αφιέρωμα στο οποίο γράφουν οι Μαραντζίδης, Δεμερτζής, Σιδέρης, Πασχαλούδη, Τσέκου, Αντωνίου, Παναγιωτόπουλος, Χιονίδου.
 
Συμφωνούμε, αλλά με μια «λεπτομέρεια». Η ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων για την Αριστερά δεν μπορεί παρά να επιχειρείται με σκοπό τη στρατηγική επανίδρυση μιας μαζικά ακτινοβολούσας νέας νικηφόρας προοπτικής.
 
Επομένως, δεν μπορεί να γίνεται στη βάση της εξομοίωσης του, εμβρυακά έστω, επαναστατικού με το αντεπαναστατικό στο όνομα μιας «ελεύθερης, αδέσμευτης, αλά Βήμα και Καθημερινή, ουδέτερης δήθεν αναζήτησης». Ούτε και στη βάση μιας εύκολης, μηδενιστικής καταδίκης και επίμονης λαθολογίας όπως, για παράδειγμα, εμφανίζεται στο άρθρο του Τ. Κωστόπουλου με τίτλο «Για έναν αξιοπρεπή θάνατο» στην Εφημερίδα των Συντακτών. Ο ένοπλος αγώνας του ΔΣΕ ήταν ένα συνολικό λάθος στο οποίο ο θάνατος, συμπεραίνει ο αρθρογράφος, ήταν η μοίρα των ανταρτών. Μάλιστα, στην εικονογράφηση του άρθρου, που συμπληρώνει την ουσία του κειμένου, οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού εμφανίζονται μόνο νεκροί. Απουσιάζουν εντελώς φωτογραφίες που να απεικονίζουν τους αντάρτες και τις αντάρτισσες ζωντανούς, να προετοιμάζονται και να δίνουν αισιόδοξα τη μάχη. Στο κέντρο της αφήγησης του άρθρου βρίσκεται ο ισχυρισμός πως «το δεύτερο αντάρτικο του ΔΣΕ υπήρξε σε μεγάλο βαθμό ένα αντεστραμμένο είδωλο του ΕΑΜικού κινήματος». Βρισκόταν δηλαδή σε αντίθεση με το ΕΑΜ. Σύμφωνα με τον συντάκτη, η συγκρότηση του ΔΣΕ, σε αντίθεση με τον ΕΛΑΣ, ήταν μια κίνηση τυχοδιωκτική της τότε ηγεσίας και πολιτικής του ΚΚΕ, που δεν υπολόγισε την ανάγκη επιβίωσης του λαού τον οποίο «από ένα σημείο και μετά αντιμετώπιζε… απλώς σαν ανακυκλώσιμο κρέας για τα κανόνια του αντιπάλου». Η δε ηγεσία «επέδειξε βολονταριστική αδιαφορία για τις υλικές προτεραιότητες των μαζών, στήριξε το επαναστατικό σχέδιό της σε μια απροκάλυπτα στρατοκρατική κοινωνική μηχανική» (!!!).
 
Το κείμενο αυτό επικοινωνεί όχι μόνο με τα κλασικά δείγματα ηθικής προπαγάνδας του κράτους της μετεμφυλιακής περιόδου, αλλά και με την παράδοση ρευμάτων της Aριστεράς που αποδοκιμάζουν τον επαναστατικό δρόμο, υμνώντας ό,τι πιο θολό κυκλοφορεί στην τρέχουσα αγορά του ριζοσπαστισμού.
 
 
Οι «ηττημένοι νικητές» που σήκωσαν κεφάλι ξανά
 
Ο τρίχρονος ελληνικός εμφύλιος, η δεύτερη μετά την ΕΑΜική αγροτοεργατική επανάσταση, μπορεί συνολικά και τελικά να αντιμετωπίζεται ως η επανάσταση η οποία, επιχείρησε αδύναμες επαναστατικές πολιτικές μετάβασης στη λαϊκή δημοκρατία με ένα πρόγραμμα που δεν επέτρεπε την ομαλή εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού. Τον διατάρασσε σε όφελος των εργατικών και φτωχών αγροτικών στρωμάτων. Αυτό προκύπτει τόσο από τη διακήρυξη του ΕΑΜ όσο και από τη διακήρυξη της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης προς τον ελληνικό λαό στις 23 Δεκέμβρη του 1947, και από τις τέσσερις αποφάσεις που εξέδωσε το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ στις 10 Αυγούστου 1947.
 
Διακήρυσσαν τότε την ανάπτυξη των λαϊκοδημοκρατικών θεσμών και μεταρρυθμίσεων, την εθνικοποίηση των ξένων εταιρειών, των μεγάλων τραπεζών και της βαριάς βιομηχανίας, την οργάνωση της λαϊκής εξουσίας, της λαϊκής δικαιοσύνης, την αγροτική μεταρρύθμιση και τη διανομή της γης, τη λαϊκή παιδεία και την προστατευόμενη εκμετάλλευση των δασών.
 
Η αγροτοεργατική αυτή επανάσταση έπρεπε επομένως ή να νικήσει ή να συντριβεί.
 
Ο εμφύλιος δεν μπορεί επίσης να αντιμετωπίζεται ως η επανάσταση που πηγή είχε «τους άλλους», τους χίτες, τους ταγματασφαλίτες, τους Βρετανούς παρά τις πρωτοφανείς διώξεις και αγριότητες ακροδεξιών και ταγματασφαλιτών που προστάτευαν τα ελληνικά αστικά κόμματα. Παρά τις 1.289 δολοφονίες, τους 6.671 τραυματισμούς, τους 31.632 βασανισμούς, τις 18.767 λεηλασίες και φυλακίσεις, τις 84.931 συλλήψεις, τις 509 απόπειρες φόνου, τους 265 βιασμούς γυναικών που είχαν διαπραχθεί σε βάρος του ΕΑΜικού κινήματος δεκατρείς μήνες μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.
 
Αλλά οι καταδιωκόμενοι δεν επαναστατούν πάντα. Όταν οι συσχετισμοί είναι καταθλιπτικοί, κατά κανόνα υποκύπτουν, υποτάσσονται.
 
Αντ’ αυτού όμως, από τις αρχές του 1946, σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, κάνουν αυθόρμητα την εμφάνισή τους ανταρτοομάδες των 5-8 ατόμων των οποίων ηγούνταν ΕΛΑΣίτες. (Ημερολόγιο Αντιστράτηγου του ΔΣΕ Κικίτσα). Οι αντάρτες αυτοί «κατέβαιναν ξαφνικά από τα βουνά, έστηναν ενέδρες στις οποίες έπεφταν ολόκληρες στρατιωτικές φάλαγγες με αποτέλεσμα νεκρούς, τραυματίες, καμένα αυτοκίνητα, απώλεια εφοδίων και, το χειρότερο, εξοπλισμό των ανταρτών». (Αντιστράτηγος Εθνικού Στρατού Παπαγεωργόπουλος).
 
Οι διωκόμενοι αγωνιστές του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ περνούσαν πλέον από την παθητική αντίσταση στην ενεργή άμυνα.
 
Επομένως, ο Εμφύλιος πηγή και μήτρα είχε τη δυναμική της ηττημένης ένοπλης ΕΑΜικής επανάστασης που ήθελε να νικήσει γιατί, αν και ηττημένη, ένιωθε ακόμη ισχυρή, γεγονός που επιδρούσε σε όλο τον κομματικό μηχανισμό του ΚΚΕ.
 
Αν τα λάθη ήταν το κύριο γνώρισμα αυτής της ελληνικής εποποιίας του 42-49, όπως επίσης ισχυρίζονται πολλοί, τότε τι είδους λάθη ήταν αυτά που για την αντιμετώπισή τους χρειάστηκε να επέμβει άμεσα ο αγγλικός ιμπεριαλισμός με αεροπλάνα, τανκς και 80.000 στρατό, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, το ελληνικό κράτος και παρακράτος, να ριχτούν για πρώτη φορά στον κόσμο βόμβες ναπάλμ, να ξανανοίξουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δυόμισι μόλις χρόνια από το κλείσιμο του Άουσβιτς, να προχωρήσουν στις εκκενώσεις χωριών – απόδειξη της λαϊκής υποστήριξης – που οδήγησαν στο βίαιο ξεσπίτωμα και μετακίνηση 600.000 ανθρώπων;
 
Αν αυτά που σημειώνει η Καθημερινή και η Εφημερίδα των Συντακτών ίσχυαν, τότε πώς γίνεται και πέρασαν, σύμφωνα με τα διασταυρωμένα στοιχεία του αρχηγείου του Εθνικού Στρατού και μιας μακροχρόνιας έρευνας του Νίκου Κυρίτση, μέλους του ΚΝΜΕ και αξιωματικού του ΔΣΕ, από τις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού περίπου 100.000 αγωνιστές, κατά 85% φτωχοί αγρότες, ανάμεσά τους Πομάκοι, Σλαβομακεδόνες και ορισμένοι Τσιγγάνοι; Να φτάσει ο μέγιστος αριθμός παραταγμένων μαχητών του ΔΣΕ τις 30.000 την άνοιξη του 1948; (Ανάμεσά τους 4.550 ένοπλες γυναίκες, από τα μεγαλύτερα γυναικεία αντάρτικα τμήματα παγκοσμίως). Μπορεί αυτή η ποιότητα και ποσότητα μαχητών να είναι παράγωγο υποχρεωτικής επιστράτευσης εκ μέρους της ηγεσίας του ΔΣΕ όταν μάλιστα οι πεσόντες μαχητές και μαχήτριες στα πεδία των μαχών ανήλθαν στις 40.000, οι εκτελεσμένοι με απόφαση των στρατοδικών σε 7.500;
 
Το κύριο σε αυτά τα κοινωνικά φαινόμενα είναι η «βία του ΚΚΕ» ή η απαράμιλλη αυτοθυσία, η αξιοθαύμαστη αυτοπειθαρχία και πειθαρχία βάσης και ηγεσίας για έναν σκοπό;
 
Ακόμα και η συντεταγμένη υποχώρηση του Δημοκρατικού Στρατού – 30 και πάνω χιλιάδες πέρασαν τα σύνορα με μηδενικές απώλειες – αναδεικνύει το μέγεθος και την ποιότητα του αγώνα.
 
Ωστόσο η υπόθεση χάθηκε. Και χάθηκε γιατί υπήρχαν κληρονομημένα βαθύτερα ζητήματα πολιτικής που συνδέονται με την γενικότερη πορεία του κομμουνιστικού κινήματος με τα οποία δεν μπόρεσαν να αναμετρηθούν οι επιφανείς επαναστάτες της εποχής.
 
Τα πολιτικοκοινωνικά μέτωπα μετεξελίσσονται και μάλιστα έγκαιρα.
 
Η περίοδος του ‘44-‘49 μπορεί να χωριστεί σε δύο περιόδους. Η πρώτη (Δεκέμβρης ‘44 - Μάρτης ‘47) είναι η περίοδος της αγγλικής κατοχής στην Ελλάδα.
 
Αν η τότε ηγεσία του ΚΚΕ είχε επιλέξει έγκαιρα την κήρυξη γενικευμένου ένοπλου αγώνα, έστω από το τέλος του 1945, τότε «η νίκη του ΚΚΕ ήταν σχεδόν βεβαία» (Ε. Αβέρωφ, «Φωτιά και τσεκούρι») καθώς το 1946 ο αστικός στρατός δεν είχε αναδιοργανωθεί, παρέμεναν ελεύθεροι χιλιάδες Εαμίτες, το αστικό κράτος δεν είχε ακόμα ερημώσει τα χωριά. Αν η ηγεσία του ΚΚΕ μετεξέλισσε έγκαιρα το αντιφασιστικό μέτωπο (ΕΑΜ) σε επαναστατικό μέτωπο εδραίωσης της ήδη κατακτημένης εξουσίας, τότε η ιστορία και οι εξελίξεις στην Ελλάδα και ευρύτερα θα ήταν αλλιώτικες.
 
Το 1943 στην Ελλάδα υπήρχαν τρεις κυβερνήσεις και τρεις στρατοί, των συνεργατών των Γερμανών με τα τάγματα ασφαλείας, της Μέσης Ανατολής με τον εκεί στρατό και το ασθενές αντιστασιακό τμήμα στην Ελλάδα (ΕΔΕΣ-ΕΚΑ) και της ΕΑΜικής κυβέρνησης με τα 2.500.000 μέλη, τους 133.500 ΕΛΑΣίτες και πολιτοφύλακες. Το πράγμα «έδειχνε». Η λύση αυτής της κατάστασης – τίποτα να μην έκανε ο ξένος παράγοντας – μπορούσε να έρθει μόνο ένοπλα. Εξάλλου, η ένοπλη αγγλική επίθεση τον Δεκέμβρη του ‘44, που άλλαξε τη ροή των συσχετισμών είναι η αστική αντεπαναστατική απάντηση στην έλλειψη συνολικής επαναστατικής απάντησης από το ΕΑΜ.
 
Το ΚΚΕ όμως μένει πεισματικά πιστό στις προσδοκίες για ένα ευρύτερο «δημοκρατικό αντιφασιστικό στρατόπεδο», εγκλωβισμένο στις ψευδαισθήσεις για έναν συμβιβασμό με αστικές δημοκρατικές δυνάμεις και ακολουθεί τη γραμμή όχι της γενικής αλλά της βαθμιαίας ανάπτυξης του αντάρτικου.
 
Η αλλαγή φρουράς του ιμπεριαλισμού στην Ελλάδα, με την υποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας και την παραχώρηση της πρωτοκαθεδρίας στις ΗΠΑ τον Μάρτη του ‘47, αλλάζει δραματικά την κατάσταση. Το ΚΚΕ τότε πλέον, το Σεπτέμβρη του ‘47, τροποποιεί σοβαρά την πολιτική του και μετατοπίζει το κέντρο βάρους στη συνολική ένοπλη δράση ως προτεραιότητα με στόχο την κατάληψη της εξουσίας.
 
Η δεύτερη περίοδος λοιπόν, από το Σεπτέμβρη του ‘47 ως το ‘49, είναι η περίοδος μιας νέας, αναγκαστικής έστω, επαναστατικής επαγγελίας. Αλλά είναι αργά.
 
Τα πολιτικά και κοινωνικά μέτωπα μετεξελίσσονται στην εξέλιξη της ταξικής πάλης καθώς μάλιστα αυτή δεν ισορροπεί για πολύ σε ενδιάμεσες καταστάσεις.
 
Το ελληνικό εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα της εποχής έπρεπε –και μπορούσε– να υπερβεί θετικά και επαναστατικά τη στρατηγική που έχει χαράξει η Τρίτη Διεθνής ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1940. Μια αναγκαία κατ’ αρχάς πολιτική που ενώ σωστά επιλέγει το αντιφασιστικό μέτωπο για την απόκρουση του ναζισμού, αδυνατεί να το μετασχηματίσει. Να μετεξελίξει έγκαιρα και αποφασιστικά το αντιφασιστικό σε επαναστατικό μέτωπο κατάληψης της εξουσίας. Και έτσι οδηγείται τελικά στη μετατόπιση του αγώνα για «ειρήνη και δημοκρατία», στην αποθάρρυνση κατάληψης της εξουσίας στις κατεχόμενες χώρες, στην απομάκρυνση από τις «επαναστατικές χίμαιρες».
 
Αυτό σφράγισε τις εξελίξεις σε Ελλάδα, Ιταλία, όπου με πανομοιότυπο τρόπο οι τότε επαναστάτες εντάχθηκαν σε αστικές κυβερνήσεις υπό τον Ντε Γκολ, τον Γκάσπαρι και τον Παπανδρέου παραδίνοντας τα όπλα. (Σε Γιουγκοσλαβία και Κίνα οι κομμουνιστές συγκροτούν αρκετά νωρίς μια διαφορετική, ανεξάρτητη, στρατηγική και επιτυγχάνουν).
 
Στις 29 Αυγούστου του ‘49 σήμανε η υποχώρηση του ΔΣΕ. Στις 16 Οκτωβρίου 1949 η προσωρινή δημοκρατική κυβέρνηση ανήγγειλε από το ραδιόφωνο τον τερματισμό του πολέμου και την αυτοδιάλυσή της. Αλλά εκεί, στην ιστορική πράξη της ευρύτερης περιόδου συγκροτήθηκε το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς το οποίο επιχειρούν με λόγια και γραφές να πνίξουν.
 
Στη νέα μεταπολίτευση τίποτα τελικά δεν θα μένει σταθερό κι αμετακίνητο. Σε αυτή την κοινωνική δυναμική, η εσωτερική παλινδρομική κίνηση της εργατικής τάξης ανάμεσα στην υποταγή και την εξέγερση, ανάμεσα στην επιβίωση και αξιοβίωτη ζωή αντίστοιχη του πλούτου και των δυνατοτήτων για ελευθερία της εποχής μας, καθορίζει την τάση για έναν ριζικό μετασχηματισμό της αριστερής πολιτικής. Εντός αυτής της δυναμικής η άφοβη, και διεισδυτική προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων από τις υπό διαμόρφωση σημερινές πρωτοπορίες μπορεί να οδηγήσει στην άντληση διδαγμάτων από την ιστορία των επαναστάσεων ικανών στο άνοιγμα σύγχρονων δρόμων κατανόησης της κίνησης της πραγματικότητας και συγκρότησης μιας νικηφόρας εργατικής πολιτικής.
 
 

Αλέκος Αναγνωστάκης – Τάκης Φραντζής

 
 

Kommon


Ετικέτες: Ιστορία, Αριστερά, Πολιτική, Ελληνικός Εμφύλιος, ΔΣΕ, ΕΑΜ, ΚΚΕ