Γερμανία 1918: Η πατρίδα, ο πόλεμος και η επανάσταση

Γερμανία 1918: Η πατρίδα, ο πόλεμος και η επανάσταση

  • Γερμανία 1918: Η πατρίδα, ο πόλεμος και η επανάσταση

Το ζήτημα της σχέσης της Αριστεράς με τον πατριωτισμό επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο από διάφορες πλευρές.
 
Σε αυτή τη μακρά συ­ζή­τη­ση που υπάρ­χει στους κόλ­πους αρι­στε­ρών ρευ­μά­των και ορ­γα­νώ­σε­ων, θα ήταν λάθος να μη λη­φθεί υπόψη η εμπει­ρία της Γερ­μα­νί­ας κατά την πρώτη τρια­κο­ντα­ε­τία του προη­γού­με­νου αιώνα. Η προ­δο­σία των τα­ξι­κών διεκ­δι­κή­σε­ων ένα­ντι της υπε­ρά­σπι­σης της πα­τρί­δας θυ­σί­α­σε σχε­δόν μια ολό­κλη­ρη γενιά αγω­νι­στών στο βωμό της βιο­μη­χα­νί­ας του πο­λέ­μου και του μι­λι­τα­ρι­σμού και αυτό λέει πολλά.
 
 
Ο γερ­μα­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός
 
Η ανά­πτυ­ξη του γερ­μα­νι­κού κα­πι­τα­λι­σμού υπήρ­ξε αλ­μα­τώ­δης στο δεύ­τε­ρο μισό του 19ου αιώνα. Η γερ­μα­νι­κή αστι­κή τάξη κα­τά­φε­ρε να ξε­πε­ρά­σει σε επί­πε­δο οι­κο­νο­μι­κής δυ­να­μι­κής άλλες με­γά­λες δυ­νά­μεις της επο­χής όπως η Βρε­τα­νία. Αυτός είναι και ο λόγος που οι φι­λε­λεύ­θε­ροι αστοί, μετά την απο­τυ­χία τους να κα­τα­κτή­σουν την πο­λι­τι­κή εξου­σία το 1848, επέ­λε­ξαν να συ­σπει­ρω­θούν γύρω από την εξου­σία του Κάι­ζερ, αφή­νο­ντας το ρόλο της αντι­πο­λί­τευ­σης στους σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες. Στη Γερ­μα­νία δη­λα­δή επι­κρα­τού­σε ένα απο­λυ­ταρ­χι­κό δε­σπο­τι­κό κα­θε­στώς υπό τον αυ­το­κρά­το­ρα, το οποίο όμως αυ­γά­τι­ζε τα κέρδη των κα­πι­τα­λι­στών.
 
Μέσα σε αυτό το πε­ρι­βάλ­λον γι­γα­ντώ­θη­κε ένα από τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα κόμ­μα­τα της διε­θνούς Αρι­στε­ράς, το SPD. Το Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό Κόμμα της Γερ­μα­νί­ας αριθ­μού­σε πε­ρί­που ένα εκα­τομ­μύ­ριο μέλη, απο­τε­λού­σε τον βα­σι­κό εκ­φρα­στή της ερ­γα­τι­κής τάξης και του­λά­χι­στον δια­κή­ρυτ­τε ότι τασ­σό­ταν με την επα­νά­στα­ση και το σο­σια­λι­σμό. Ο όγκος του και η αίγλη του όμως ήταν ανα­ντί­στοι­χοι με τις πρω­το­βου­λί­ες του σε επί­πε­δο κοι­νω­νι­κών διεκ­δι­κή­σε­ων. Ει­δι­κό­τε­ρα, η ηγε­σία του SPD δια­χει­ρι­ζό­ταν το κόμμα με όρους λέ­σχης και ταύ­τι­ζε λαν­θα­σμέ­να τους τα­ξι­κούς αγώ­νες με την εκλο­γι­κή αντι­πα­ρά­θε­ση. Αυτός είναι και ο λόγος που στο εσω­τε­ρι­κό του SPD άρ­χι­σαν να δια­μορ­φώ­νο­νται δια­φο­ρε­τι­κές τά­σεις, πα­ρό­τι δεν εκ­δη­λώ­θη­καν ποτέ ανοι­χτά.
 
Η αρι­στε­ρή τάση του κόμ­μα­τος εκ­φρα­ζό­ταν κυ­ρί­ως από τη Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ, την Κλάρα Τσέτ­κιν και τον Καρλ Λί­μπ­κνε­χτ. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη τάση προ­σπα­θού­σε να κρα­τή­σει ζω­ντα­νό το θε­ω­ρη­τι­κό νήμα του μαρ­ξι­σμού και το όραμα της επα­να­στα­τι­κής προ­ο­πτι­κής. Διέ­βλε­πε τους ιμπε­ρια­λι­στι­κούς αντα­γω­νι­σμούς που ανα­πτύσ­σο­νταν στην Ευ­ρώ­πη και προ­βλη­μα­τι­ζό­ταν από την ανά­πτυ­ξη του γερ­μα­νι­κού μι­λι­τα­ρι­σμού και εθνι­κι­σμού. Αυτοί ήταν και οι βα­σι­κό­τε­ροι λόγοι που τη δια­φο­ρο­ποιού­σαν από την κε­ντρώα τάση, που τα­λα­ντευό­ταν ανά­με­σα στον κοι­νο­βου­λευ­τι­κό δρόμο και τον αγώνα για τον σο­σια­λι­σμό, αλλά και τη δεξιά τάση που ήταν πλή­ρως εν­σω­μα­τω­μέ­νη στον αγώνα εντός των ορίων του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος.
 
 
Α΄ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος
 
Το ξέ­σπα­σμα του Α΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου υπήρ­ξε το πιο οδυ­νη­ρό, αλλά συ­νά­μα και το πιο ισχυ­ρό φίλ­τρο μέσα από το οποίο ανα­δεί­χθη­καν οι αντι­φά­σεις εντός του SPD. Η στάση του κόμ­μα­τος στον δια­φαι­νό­με­νο πό­λε­μο ήταν κάτι που είχε απα­σχο­λή­σει το κόμμα και νω­ρί­τε­ρα, υιο­θε­τώ­ντας μια γραμ­μή αντι­πο­λε­μι­κή και διε­θνι­στι­κή. Το κατά πόσο η ηγε­σία του κόμ­μα­τος, όμως, θα έμενε πιστή στη γραμ­μή αυτή ήταν κάτι πολύ κομ­βι­κό όχι μόνο για τη γερ­μα­νι­κή ερ­γα­τι­κή τάξη, αλλά και για το μέλ­λον της επα­να­στα­τη­μέ­νης Ρω­σί­ας λίγα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Η συ­νέ­πεια αυτή δεν υπήρ­ξε. Η ηγε­σία του SPD ιε­ράρ­χη­σε ψη­λό­τε­ρα το εθνι­κό ζή­τη­μα ένα­ντι του τα­ξι­κού, σέρ­νο­ντας εκα­τομ­μύ­ρια ερ­γά­τες στη φρίκη του πο­λέ­μου.
 
Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ότι πριν τον πό­λε­μο το SPD δια­κή­ρυτ­τε: «Το τα­ξι­κά συ­νει­δη­το­ποι­η­μέ­νο γερ­μα­νι­κό προ­λε­τα­ριά­το υψώ­νει την πιο φλο­γε­ρή πνοή δια­μαρ­τυ­ρί­ας ενά­ντια στις μη­χα­νορ­ρα­φί­ες των πο­λε­μο­κά­πη­λων». Λίγες όμως μέρες αρ­γό­τε­ρα, σε πλήρη σύ­μπλευ­ση με την κυ­ρί­αρ­χη τάξη ανα­δια­τύ­πω­νε: «Πολλά, αν όχι τα πάντα, θα κρι­θούν για το λαό μας και την ει­ρη­νι­κή του ανά­πτυ­ξη από μια νίκη επί του ρω­σι­κού δε­σπο­τι­σμού. Το κα­θή­κον μας είναι να απο­μα­κρύ­νου­με αυτό τον κίν­δυ­νο, να εξα­σφα­λί­σου­με την ανε­ξαρ­τη­σία και τον πο­λι­τι­σμό της χώρας μας. Σε αυτή την ώρα του κιν­δύ­νου, δεν θα αφή­σου­με την πα­τρί­δα αβο­ή­θη­τη».
 
Η Λού­ξε­μπουργκ, η Τσέτ­κιν, ο Λί­μπ­κνε­χτ και ο Μέ­ρινγκ ήταν λίγα από τα στε­λέ­χη του κόμ­μα­τος που κα­τά­λα­βαν το μέ­γε­θος της προ­δο­σί­ας εξαρ­χής. Όμως δεν είχαν την ορ­γα­νω­τι­κή δομή προ­κει­μέ­νου να αντι­πα­ρα­τε­θούν ανοι­κτά με τη γραμ­μή της πλειο­ψη­φί­ας του κόμ­μα­τος. Στο βαθμό που μπο­ρού­σαν, αντι­στά­θη­καν στον πό­λε­μο με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρη κί­νη­ση την κα­τα­ψή­φι­ση των πο­λε­μι­κών πι­στώ­σε­ων από τον Λί­μπ­κνε­χτ στο γερ­μα­νι­κό κοι­νο­βού­λιο. Μπο­ρεί να έδει­χναν λίγοι όσοι δεν ταυ­τί­στη­καν με τα δίκια των εθνών-κρα­τών, αλλά με της τάξης τους, όμως στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν ήταν. Στη διά­σκε­ψη του Τσί­μερ­βαλντ το 1915 συ­να­ντή­θη­καν σα­ρά­ντα πε­ρί­που στε­λέ­χη της Αρι­στε­ράς, που δια­φώ­νη­σαν με την πα­τριω­τι­κή-πο­λε­μι­κή στρο­φή των κομ­μά­των τους. Ανά­με­σά τους ο Λένιν και ο Τρό­τσκι. Αυτή η φουρ­νιά των στε­λε­χών της Αρι­στε­ράς έμελ­λε σε λίγα χρό­νια να τα­ρα­κου­νή­σει τον πα­γκό­σμιο κα­πι­τα­λι­σμό συ­θέ­με­λα.
 
 
Η γερ­μα­νι­κή επα­νά­στα­ση
 
Η διε­θνι­στι­κή γραμ­μή που υπε­ρά­σπι­σε με σθέ­νος η Ρόζα και ο Λί­μπ­κνε­χτ επι­βε­βαιώ­θη­κε με τρα­γι­κό τρόπο από τους θα­νά­τους, τη φτώ­χεια και την ανέ­χεια που έφερε ο πό­λε­μος. Ο γερ­μα­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός είχε ισχυ­ρο­ποι­η­θεί, όμως δεν ήταν σε θέση να αντέ­ξει έναν μα­κρο­χρό­νιο πό­λε­μο τέ­τοιου εύ­ρους. Κάπως έτσι οι πα­τριω­τι­κοί μύθοι που καλ­λιέρ­γη­σε η γερ­μα­νι­κή άρ­χου­σα τάξη, αλλά και η ηγε­σία του SPD, κα­τέρ­ρευ­σαν σαν ένας πύρ­γος από τρα­που­λό­χαρ­τα. Κα­νέ­να εθνι­κό συμ­φέ­ρον δεν μπο­ρού­σε να υπερ­κε­ρά­σει την ανά­γκη για ψωμί, ρούχα και κυ­ρί­ως αξιο­πρε­πή ζωή.
 
Η φρίκη του πο­λέ­μου, οι δι­η­γή­σεις από τα χα­ρα­κώ­μα­τα, η ανη­λε­ής κερ­δο­σκο­πία κά­ποιων μέσα στην από­λυ­τη κα­τα­στρο­φή, αλλά και ο πόνος των απω­λειών αντέ­στρε­ψαν το κλίμα του «υπε­ρή­φα­νου πο­λέ­μου». Ο κό­σμος άρ­χι­σε να δια­δη­λώ­νει αυ­θόρ­μη­τα στους δρό­μους, απαι­τώ­ντας τα στοι­χειώ­δη. Οι γυ­ναί­κες βρέ­θη­καν στην πρώτη γραμ­μή των κι­νη­το­ποι­ή­σε­ων, δια­μαρ­τυ­ρό­με­νες για τις ελ­λεί­ψεις βα­σι­κών αγα­θών και τις αυ­ξή­σεις των τιμών. Το SPD άρ­χι­σε ανοι­χτά να τα­ρα­κου­νιέ­ται από τους κλυ­δω­νι­σμούς του πο­λέ­μου. Όταν ο Λί­μπ­κνε­χτ συ­νε­λή­φθη το 1916 μετά από μια δη­μό­σια ομι­λία του, 55.000 ερ­γά­τες κα­τέ­βη­καν σε απερ­γία συ­μπα­ρά­στα­σης. Για τους ερ­γά­τες πλέον είχαν κα­ταρ­ρεύ­σει οι πα­τριω­τι­κοί μύθοι με τον πιο βιω­μα­τι­κό τρόπο.
 
Όταν η αστι­κή κυ­βέρ­νη­ση, σε μια προ­σπά­θεια να συ­νε­χί­σει τον πό­λε­μο μέ­χρις εσχά­των, επι­χεί­ρη­σε να ρίξει στη μάχη το στόλο τον Οκτώ­βρη του 1918, τα πράγ­μα­τα πλέον ήταν ξε­κά­θα­ρα. Οι ναύ­τες στα­σί­α­σαν, κα­τέ­λα­βαν τα πλοία τους και απά­ντη­σαν με τα όπλα, όταν η κυ­βέρ­νη­ση επι­χεί­ρη­σε να τα ανα­κα­τα­λά­βει. Η γερ­μα­νι­κή επα­νά­στα­ση είχε μόλις ξε­κι­νή­σει. Ερ­γα­τι­κές και στρα­τιω­τι­κές επι­τρο­πές άρ­χι­σαν να ξε­φυ­τρώ­νουν στις με­γα­λύ­τε­ρες γερ­μα­νι­κές πό­λεις, δη­μό­σια κτί­ρια κα­τα­λή­φθη­καν, ενώ στους δρό­μους επι­κρα­τού­σε ένας επα­να­στα­τι­κός ανα­βρα­σμός. Μετά από πέντε χρό­νια πο­λέ­μου, οι ερ­γά­τες έπαιρ­ναν για πρώτη φορά τη ζωή τους στα χέρια τους.
 
Η ηγε­σία του SPD, βλέ­πο­ντας τη βάση του κόμ­μα­τός της να κι­νεί­ται σε αντί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση από την πο­λι­τι­κή της, προ­σπά­θη­σε να ελέγ­ξει το αυ­θόρ­μη­το κύμα ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­σης. Ανά­γκα­σε την κυ­βέρ­νη­ση να πα­ραι­τη­θεί και ανέ­λα­βε η ίδια τα ινία του κρά­τους. Η πλειο­ψη­φία των γερ­μα­νών ερ­γα­τών θε­ώ­ρη­σε ότι ξό­φλη­σε με το παλιό κα­θε­στώς, όμως η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ήταν δια­φο­ρε­τι­κή. Η Ρόζα προει­δο­ποιού­σε τους ερ­γά­τες ότι ο επα­να­στα­τι­κός δρό­μος είναι μα­κρύς και όχι τόσο εύ­κο­λος όσο φαι­νό­ταν εκεί­νες τις ημέ­ρες. Όταν η κυ­βέρ­νη­ση τα βρήκε σκού­ρα, χρη­σι­μο­ποί­η­σε όχι μόνο τις κρα­τι­κές μο­νά­δες κα­τα­στο­λής, αλλά και τάγ­μα­τα εφό­δου (frei korps) που χρη­μα­το­δο­τού­νταν από εύ­πο­ρες οι­κο­γέ­νειες της Γερ­μα­νί­ας, προ­κει­μέ­νου κα­τα­στεί­λει τις επα­να­στα­τη­μέ­νες μάζες. Ανά­με­σα στα θύ­μα­τα αυτής της πρό­ω­ρης από­πει­ρας εφό­δου προς τον ου­ρα­νό υπήρ­ξαν η Λού­ξε­μπουργκ και ο Λί­μπ­κνε­χτ, πα­ρό­τι είχαν επι­ση­μά­νει τον κίν­δυ­νο.
 
 
Σή­με­ρα
 
Σή­με­ρα η συ­ζή­τη­ση γύρω από την όξυν­ση των ιμπε­ρια­λι­στι­κών αντα­γω­νι­σμών και τον κίν­δυ­νο ενός πο­λε­μι­κού επει­σο­δί­ου είναι πιο επί­και­ρη από ποτέ. Η κυ­βέρ­νη­ση ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΑΝΕΛ έχει δη­λώ­σει πρό­θυ­μος το­πο­τη­ρη­τής του δυ­τι­κού ιμπε­ρια­λι­σμού στη Νο­τιο­α­να­το­λι­κή Με­σό­γειο και τα Βαλ­κά­νια. Συμ­με­τέ­χει σε κοι­νές στρα­τιω­τι­κές συ­νερ­γα­σί­ες με το Ισ­ρα­ήλ, την Αί­γυ­πτο και την Κύπρο, μπαί­νει στην κου­βέ­ντα για τις ΑΟΖ, συ­ντη­ρεί τον ελ­λη­νο­τουρ­κι­κό αντα­γω­νι­σμό, ενώ πα­ράλ­λη­λα επι­βά­λει τους όρους της στη Δη­μο­κρα­τία της Μα­κε­δο­νί­ας.
 
Απέ­να­ντι στα επι­κίν­δυ­να σχέ­διά της, το αίμα της Ρόζας και του Λί­μπ­κνε­χτ πρέ­πει να μας μάθει πολλά. Προ­τε­ραιό­τη­τα για τη ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά είναι το να ασκεί πο­λι­τι­κή από τη σκο­πιά των από κάτω και όχι από τη σκο­πιά του εθνι­κού κρά­τους. Γι’ αυτό το λόγο η ανά­γκη απο­δό­μη­σης της εθνο­κε­ντρι­κής αφή­γη­σης και οι­κο­δό­μη­σης ενός κι­νή­μα­τος που θα απα­ντά­ει στις πο­λι­τι­κές που φέρ­νουν φτώ­χεια, λι­τό­τη­τα και πο­λέ­μους είναι εμ­φα­νής και επι­τα­κτι­κή. Όσο πιο γρή­γο­ρα, τόσο το κα­λύ­τε­ρο.
 
 

Νικόλας Κολυτάς

 
 

Rproject


Ετικέτες: Ιστορία, Αριστερά, Γερμανική Επανάσταση, Πατριωτισμός