Ένας χρόνος κυβέρνηση Μητσοτάκη: Χάδι στις επιχειρήσεις, μπάτσος στο λαό

Ένας χρόνος κυβέρνηση Μητσοτάκη: Χάδι στις επιχειρήσεις, μπάτσος στο λαό

  • Ένας χρόνος κυβέρνηση Μητσοτάκη: Χάδι στις επιχειρήσεις, μπάτσος στο λαό

Στις 9 Ιουλίου κλείνει ένας χρόνος από την ορκωμοσία της κυβέρνησης Μητσοτάκη, μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019. Η ακροφιλελεύθερη κυβέρνηση επιχείρησε «με το καλημέρα» ένα αναπτυξιακό-αυταρχικό Blitzkrieg, έναν «αστραπιαίο πόλεμο» με σαρωτικές ιδιωτικοποιήσεις, ενισχύσεις στο κεφάλαιο, «καθάρισμα» των Εξαρχείων. Κανείς όμως δεν περίμενε ότι από τις απίθανες υποσχέσεις για αύξηση του 4% ετησίως θα φτάναμε σε προβλέψεις για 10% ύφεση…
 
 
Παρέλαβε «σπαρμένη γη» από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ
 
«Παραλάβαμε καμένη γη», είναι μια ρήση που στη μεταπολίτευση πρώτος είπε ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1981 και στη συνέχεια, σε διάφορες παραλλαγές, την επαναλάμβανε κάθε νέα κυβέρνηση. Περιέργως, ο νέος υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας, μετά την ανάληψη του υπουργικού θώκου, είπε ότι «δεν μπορώ να πω ότι παραλάβαμε καμένη γη»! Όχι, δεν είναι τόσο το «μαξιλάρι ρευστότητας» που ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι άφησε παρακαταθήκη στην επόμενη κυβέρνηση. Η πραγματική «προίκα» του Αλέξη Τσίπρα στην επόμενη κυβέρνηση είναι ότι της έστρωσε το δρόμο με την επιβολή του δόγματος «δεν υπάρχει εναλλακτική» και τον ενταφιασμό κατακτήσεων της μεταπολίτευσης. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ποδοπάτησε αξίες της Αριστεράς, όπως την ιδεολογική εναντίωση στον ιμπεριαλισμό και την αμερικανική αυτοκρατορία, την προστασία της δημόσιας περιουσίας, ακόμα και το υπέρτατο ταμπού, αυτό της προστασίας της πρώτης κατοικίας.
 
«Ποιος ακριβώς θα ξαναμιλήσει εναντίον μιας μεγάλης ιδιωτικοποίησης μετά τα όσα έχουν γίνει τους τελευταίους μήνες;», είχε γράψει χαρακτηριστικά η Καθημερινή. Επιπλέον, σύμφωνα με τον κεντροδεξιό αστικό τύπο, παλαιότερα «υπήρχαν δεξιοί πρωθυπουργοί που ντρέπονταν να δουν επιχειρηματίες στο Μαξίμου, αλλά και αυτό το ταμπού έσπασε».
 
Πράγματι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και οι άλλοι νεοδημοκράτες βρήκαν απέναντί τους μια κοινωνία σε μεγάλο βαθμό απογοητευμένη και παραιτημένη και το κίνημα σε βαθιά κρίση. Αυτό προσπάθησαν –και σε ένα βαθμό κατάφεραν– να εκμεταλλευτούν. Χρειάστηκε χρόνος, ώστε τα κινήματα αντίστασης να ανακτήσουν μέρος της χαμένης τους αυτο-πεποίθησης και το μούδιασμα σιγά-σιγά να μετουσιωθεί σε νέες μορφές διεκδίκησης.
 
 
Όλη η εξουσία στους ιδιώτες!
 
Η σύνθεση κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας –που μέσα σε ένα χρόνο δεν μεταβλήθηκε παρά ελάχιστα– σφραγίστηκε από τη συμμετοχή σε αυτή 18 τεχνοκρατών υφυπουργών, δύο μεταγραφών από το ΠΑΣΟΚ (Μιχάλης Χρυσοχοΐδης και Λίνα Μενδώνη) και πολύ χαμηλή εκπροσώπηση των γυναικών. Η συρροή τεχνοκρατών αποτελεί μια συνταγή που εφαρμόζεται σε πολλές χώρες της ΕΕ με κύριο στόχο τον «αποχρωματισμό» πολιτικών με κοινωνικό κόστος –π.χ. περιορισμός της προστασίας της πρώτης κατοικίας– και την παρουσίαση των αντιδραστικών πολιτικών με επιστημονική και «ορθολογική» προσέγγιση.
 
Η επένδυση στο τεχνοκρατικό προσωπικό τελικά απέδωσε καρπούς για τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην περίοδο της καραντίνας, κατά την οποία, σε επικοινωνιακό επίπεδο, αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική. Ταυτόχρονα η σύνθεση της κυβέρνησης περιελάμβανε το ακροδεξιό δίδυμο Άδωνη Γεωργιάδη – Μάκη Βορίδη (υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων και υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης αντίστοιχα). Μόνη «απώλεια» όλο αυτό το διάστημα υπήρξε ο εξαναγκασμός σε παραίτηση του υφυπουργού Εξωτερικών Αντώνη Διαματάρη για τα ψέματα που είπε σχετικά με τους τίτλους σπουδών του, καθώς και για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.
Η δεξιά διακυβέρνηση και ο συμπαγής νεοφιλελεύθερος τεχνοκρατικός μηχανισμός έδειξαν εξαρχής τα «δόντια τους», με επιχειρηματίες και ξένους παράγοντες να συνωστίζονται στους διαδρόμους και στις αίθουσες συναντήσεων των υπουργείων από την πρώτη μέρα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στη συνέχεια, ταξίδεψε στο Βερολίνο για να πάρει οδηγίες και να δώσει διαπιστευτήρια στο εξωτερικό, διαβεβαιώνοντας πως για μια διετία τουλάχιστον δεν πρόκειται να συζητήσει τη μείωση των εξοντωτικών για τον ελληνικό λαό πρωτογενών πλεονασμάτων. Η κυβέρνηση έδειξε ξεκάθαρα ότι είναι διατεθειμένη να δώσει οποιαδήποτε διευκόλυνση (επίσπευση-κατάργηση περιβαλλοντικών-αρχαιολογικών ελέγχων, πρόσβαση σε ρευστότητα, φοροαπαλλαγές και μείωση του «μη-μισθολογικού» κόστους σε επιχειρηματίες) προκειμένου να… «ξεκολλήσουν» οι επενδύσεις. Ενώ η διακυβέρνηση Αντώνη Σαμαρά επικεντρώθηκε στην ιδεολογική αντιπαράθεση με την Αριστερά, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, πατώντας πάνω σε μια δεκαετία μνημονίων και περικοπών, έριξε το βάρος στην ανάδειξη του καθοριστικού ρόλου της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και του «επιχειρείν» σε κάθε τομέα οικονομικής δραστηριότητας. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το ίδιο το υπουργείο Οικονομίας, με το φορολογικό νομοσχέδιο «επιβραβεύεται η επιχειρηματικότητα» και «προσελκύονται ξένοι επενδυτές […] με κίνητρα να επενδύσουν στην Ελλάδα».
 
Από τον Ιούλιο του 2019 η κυβέρνηση Μητσοτάκη πέρασε συνολικά 70 νομοσχέδια από την ελληνική Βουλή (μεταξύ των οποίων το «αναπτυξιακό», το «αντιεκπαιδευτικό» και το «φορολογικό»). Από αυτά τα νομοσχέδια το ΚΙΝΑΛ υπερψήφισε τα 48 και ο ΣΥΡΙΖΑ τα 32. Λένε ότι ο διάβολος βρίσκεται στις λεπτομέρειες, αλλά στην περίπτωση της ΝΔ βρίσκεται στις δεκάδες «συμπληρωματικές» τροπολογίες που ενσωματώθηκαν στα μουλωχτά την τελευταία στιγμή ακόμα και σε άσχετα νομοσχέδια και οι οποίες περιείχαν είτε χαριστικές ρυθμίσεις για επιχειρηματίες ή διατάξεις για τον επαναπροσδιορισμό του ΕΝΦΙΑ κ.λπ.!
 
Στον πυρήνα της πολιτικής της ΝΔ είναι η πολιτική της συνεχιζόμενης σταδιακής μείωσης του φορολογικού συντελεστή των επιχειρήσεων (από το 28% στο 24% το 2020) ως μοχλού για την τόνωση των επενδύσεων και της ανάπτυξης. Ο στόχος ήταν ο συντελεστής να μειωθεί στο 20% το 2021, αλλά όλα βρίσκονται πλέον υπό αίρεση. Με το φορολογικό νομοσχέδιο της ΝΔ μειώθηκε και ο φόρος από 10% σε 5% στα μερίσματα που θα διανεμηθούν μέσα στο 2020. Ακόμα, θεσπίστηκε «εναλλακτικός τρόπος φορολόγησης» των εισοδημάτων αλλοδαπής προέλευσης, με αντίτιμο έναν ετήσιο χαμηλό κατ’ αποκοπή φόρο στις περιπτώσεις επενδύσεων άνω των 500.000 ευρώ.
Στο ζήτημα των εργασιακών σχέσεων, η Νέα Δημοκρατία έριξε βάρος στη σύνδεση της όποιας αύξησης των μισθών με την «ανάπτυξη», ενώ με ειδικά νομοσχέδια ενίσχυσε την εργοδοτική δυνατότητα για μερική και εκ περιτροπής εργασία και επέκτεινε τη δυνατότητα υπογραφής τοπικών συμβάσεων, με όρους που παρεκκλίνουν από την εθνική κλαδική σύμβαση εργασίας. Άλλωστε, στο πλαίσιο μετατροπής της χώρας σε «επενδυτικό παράδεισο» βρέθηκε και ο νέος συνδικαλιστικός νόμος με περιορισμό του δικαιώματος στην απεργία καθώς και το τωρινό νομοσχέδιο για τη φαλκίδευση του δικαιώματος στη διαδήλωση.
Η κυβέρνηση που μιλάει στο όνομα της «αριστείας» έδειξε πολύ γρήγορα ότι εξακολουθεί να λειτουργεί με όρους πελατειακούς και εξυπηρέτησης ημετέρων, κάτι που φάνηκε ξεκάθαρα στο φιάσκο των διορισμών 111 νέων διοικητών στα νοσοκομεία, στα τέλη του 2019. Εκτός από έναν 80χρονο που παραιτήθηκε εντός λίγων ημερών, κάτω από έντονες αντιδράσεις, η λίστα της ΝΔ περιλάμβανε δεκάδες συνταξιούχους και άτομα που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την υγεία —μεταξύ άλλων γυμναστές, δασκάλους ακόμα και έναν λαδέμπορα!
 
Ο ταξικός χαρακτήρας της πολιτικής της ΝΔ φάνηκε ξεκάθαρα στον πρώτο προϋπολογισμό της νέας κυβέρνησης για το 2020, ο οποίος εκτροχιάστηκε λόγω πανδημίας. Σε αυτόν, η μερίδα του λέοντος ήταν παροχές προς τις επιχειρήσεις, μέσω μειώσεων φόρων προς το κεφάλαιο. Επίσης, σε ιδιώτες μοιράστηκε και το διόλου ευκαταφρόνητο κονδύλι του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που φτάνει τα 6,7 δισ. ευρώ. Προκειμένου να υλοποιήσει το «αναπτυξιακό της πρόγραμμα», η κυβέρνηση ανακοίνωσε τη μείωση των δαπανών για όλα τα υπουργεία, κάτι που είχε σοβαρές συνέπειες σε μεγάλες κατηγορίες εργαζομένων και οδήγησε σε σοβαρά προβλήματα στους ευαίσθητους τομείς της υγείας, της παιδείας, της πολιτικής προστασίας και της κοινωνικής μέριμνας, που δοκιμάστηκαν ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες. Χαρακτηριστικές είναι οι μειώσεις που έγιναν σε ΑΜΕΑ, οικογενειακά επιδόματα και επίδομα ενοικίου. Ενδεικτικό της κοινωνικής αναλγησίας της κυβέρνησης είναι το σχέδιο για τα «κόκκινα δάνεια», το οποίο καθυστέρησε λόγω των αντιρρήσεων των δανειστών και είχε στόχο να απαλλάξει τις τράπεζες από τα «βάρη», μέσω της μεταπώλησής τους σε επενδυτικά σχήματα του εξωτερικού, αφήνοντας ακάλυπτες περισσότερες από 300.000 κατοικίες και επαγγελματικές στέγες — μέρος των οποίων σχεδιάζεται να δημοπρατηθεί την επόμενη διετία.
 
Η ελληνική οικονομία παρουσίαζε σημάδια κόπωσης και συρρίκνωσης πριν από την πανδημία, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το πρώτο τρίμηνο του 2020, το οποίο, σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο του 2019, παρουσίασε μείωση κατά 0,9%. Ταυτόχρονα, υπήρχε αύξηση των κόκκινων δανείων, των οφειλών των πολιτών προς τη ΔΕΗ και αύξηση του αριθμού των κατασχέσεων, μισθών, συντάξεων και ακινήτων για χρέη προς το δημόσιο.
 
Η υγειονομική και κοινωνική κρίση των τελευταίων μηνών μπορεί να οδήγησε εκατοντάδες χιλιάδες στην ανεργία και την οικονομία σε νέο κύκλο βαθιάς ύφεσης, ωστόσο η κυβέρνηση κέρδισε πολιτικό χρόνο.
 
 
Με σημαία την καταστολή
 
Προσλήψεις αστυνομικών, κατάργηση ασύλου και επιχειρήσεις-σκούπα
 
Μια από τις πρώτες τροπολογίες που έφερε και ψήφισε η κυβέρνηση της ΝΔ ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι ήταν η πλήρης κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Η κυβέρνηση και ο υπουργός «Προστασίας του Πολίτη» Μιχάλης Χρυσοχοΐδης θέλησαν να κάνουν σαφές ότι επενδύουν στο «τραμπικό» δόγμα «νόμος, τάξη και ασφάλεια» και πως θα σαρώσουν όποιον βρεθεί στο δρόμο τους (ιδιαίτερα φοιτητές, αριστερές συλλογικότητες και κοινωνικούς χώρους). Ο τσαμπουκάς της κυβέρνησης έσπασε για πρώτη φορά όταν το οργανωμένο φοιτητικό κίνημα αμφισβήτησε στην πράξη την κατάργηση του ασύλου και το πρυτανικό λοκάουτ στην ΑΣΟΕΕ.
 
Σε αυτό το αυταρχικό πλαίσιο η κυβέρνηση προχώρησε πριν την πανδημία στην πρόσληψη χιλιάδων νέων αστυνομικών, στρατιωτικών και συνοριοφυλάκων, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει μια από τις υψηλότερες αναλογίες αστυνομικών ανά κάτοικο στην Ευρώπη. Η πολιτική της κυβέρνησης συμπυκνώθηκε σε λίγες μόνο λέξεις: αστυνομοκρατία, καταστολή, κατάργηση ασύλου, μάντρωμα προσφύγων. Η ΝΔ επανέφερε τη διαβόητη ειδική αστυνομική ομάδα ΔΕΛΤΑ που ήταν υπεύθυνη για φρικαλέες βιαιοπραγίες εναντίον διαδηλωτών και μεταναστών. Ταυτόχρονα ενίσχυσε την ομάδα μοτοσικλετιστών ΔΙΑΣ και αυστηροποίησε τους ελέγχους στα σύνορα για την αντιμετώπιση των προσφυγικών ροών, ενώ ενσωμάτωσε το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής στο υπουργείο ΠΡΟΠΟ ώστε να δείξει ότι το προσφυγικό δεν είναι κυρίως κοινωνικό ζήτημα αλλά ασφάλειας και αστυνόμευσης.
 
 
Επόμενη μέρα: Νέος γύρος αντιλαϊκής επίθεσης
 
Ο υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης δήλωσε πρόσφατα ότι, μετά το άνοιγμα του τουρισμού στην Ελλάδα από αρχές Ιουλίου, ο πολιτικός χρόνος καθίσταται… ουδέτερος και άρα μπορεί να γίνουν ανά πάσα στιγμή ανασχηματισμός ή διορθωτικές κινήσεις. Η καθυστέρηση και η υποβάθμιση του ανασχηματισμού σε «διορθωτικές κινήσεις» φανερώνουν τη δυστοκία που παρουσιάζεται σε αυτές τις αλλαγές. Σύμφωνα με την επίσημη αιτιολογία, δύσκολα μπορούν να παρθούν αποφάσεις που αφορούν την υλοποίηση της οικονομικής πολιτικής, όταν ακόμα συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις και παραμένουν τόσες εκκρεμότητες γύρω από το «Ταμείο Ανάπτυξης». Η δεύτερη εξήγηση αφορά τις αντιδράσεις του Αντώνη Σαμαρά και της σκληρής ακροδεξιάς πτέρυγας της ΝΔ στις επικείμενες αλλαγές. Ο αυτοαποκαλούμενος πατριωτικός πόλος απαιτεί την αντικατάσταση, μεταξύ άλλων, του Νίκου Δένδια, τον οποίο κατηγορεί για «πολιτική κατευνασμού» έναντι της Άγκυρας. Το σίγουρο είναι ότι πολλά έχουν αλλάξει στο εσωτερικό της ΝΔ από τότε που ανέλαβε αρχηγός της ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Τότε πολλοί φοβόντουσαν αντίδραση των «Καραμανλικών», η οποία όμως ποτέ δεν ήρθε. Στην πορεία, ωστόσο, η πάλαι ποτέ πανίσχυρη καραμανλική πτέρυγα αποδυναμώθηκε, ενώ η λεγόμενη σκληρή Δεξιά διαρκώς ενισχύεται.
Ο επικείμενος ανασχηματισμός, ωστόσο, σηματοδοτεί την έναρξη της νέας φάσης μετά την πανδημία του κορονοϊού και της επιχείρησης «ανάκαμψης» μετά το 2020. Το νέο κυβερνητικό σχήμα θα σηματοδοτήσει την έναρξη μιας νέας πολιτικής περιόδου. Αν ο πρώτος χρόνος ήταν προπαρασκευή πυροβολικού με την επιδημία να καθυστερεί τα σχέδια του Κυριάκου Μητσοτάκη, η νέα πολιτική σεζόν θα έχει χαρακτηριστικά επίθεσης κατά μέτωπο.
 
 

Δημήτρης Τζιαντζής

 
 
 

Πριν


Ετικέτες: ΝΔ, Ελλάδα, Κυριάκος Μητσοτάκης, Δεξιά, Ακροδεξιά